|
evrytan.gr |
Ιστορικά
πρόσωπα
|
|
ΙΣΤΟΡΙΑ
|
|
|
|
 |

Αθανάσιος
Καρπενησιώτης:
Αγωνιστής του 1821 και Φιλικός,.
Γεννήθηκε στα τέλη του 18ου
αιώνα (1780), στον
Άγιο Ανδρέα Καρπενησίου και
έφυγε νωρίς για την Πόλη ώστε να δουλέψει
και να ζήσει, στην αρχή ως "τουφεξής"
(επιδιορθωτής όπλων) και αργότερα ως
διαχειριστής μεγάλων κτημάτων στο Ιάσιο
της Μολδαβίας. "Σωματώδης, έξυπνος,
εργατικός, τίμιος και γενναίος" (αποκαλούμενος
μπούρας = παλικαράς), κέρδισε τη
συμπάθεια της εκεί Ελληνικής παροικίας.
Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία (1818)
από τον
αρχιμανδρίτη Λουκά Λεονταρίτη
και ακολούθησε από τους πρώτους τον
Αλέξανδρο Υψηλάντη, όταν αυτός κήρυξε τον
αγώνα της ανεξαρτησίας. Η παλικαριά και η
στρατηγική του ιδιοφυία τον ανέδειξαν σε
σπουδαίο πρωταγωνιστή του αγώνα.
Στάλθηκε
στο Γαλάτσι για να διοργανώσει το εκεί επαναστατικό κίνημα. Τον Μάιο του
1821 αντιμετώπισε ισχυρή επίθεση από πολυάριθμο τουρκικό στρατό, την οποία
κατόρθωσε να αποκρούσει και με νυχτερινή έξοδο να διαφύγει από τον εχθρικό
κλοιό. Τότε ενώθηκε με το επαναστατικό σώμα του Καντακουζηνού, που βρισκόταν
κοντά, στη θέση Στίγκα. Στη συνέχεια, τον ίδιο χρόνο, μετέβη με
συμπολεμιστές του στο Σκουλένι, όπου οχυρώθηκε σε μικρή χερσόνησο στον
Προύθο. Μπροστά στον κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, οι συμπολεμιστές του τον
διόρισαν αρχηγό και του ανέθεσαν την άμυνα του στρατεύματος. Ταυτόχρονα,
όμως, τα τουρκικά σώματα άρχισαν την επίθεση και με την αριθμητική υπεροχή
τους έφεραν σε δύσκολη θέση τους επαναστάτες. Ο Καρπενησιώτης αγωνίστηκε έως
την τελευταία στιγμή, αλλά σκοτώθηκε, ενώ προσπαθούσε να διασχίσει με τους
άντρες του τον Προύθο.
"Ο δε αοίδιμος Καρπενησιώτης (Εφημερίς 'Ταχύπτερος
Φήμη' 13-4-1845) εν καιρώ της μάχης, ορμήσας με
ξίφος εις την χείρα ως λέων εφόνευσε
πολλούς. Τέλος εκόπη το ξίφος του εις το
μέσον, αλλά και μόλον τούτο με το μισόν
εφόνευσεν 6 Οθωμανούς και επιπεσόντων
πολλών επάνω του, έπεσε και αυτός, θύμα
υπέρ της πατρίδος, τον οποίον και νεκρόν
κατέσφαξαν οι Τούρκοι μεληδόν..."
|
 |
Κατσαντώνης
(1770 - 1809):
Το ελάφι και το
αγρίμι μαζί του τόπου. Αποκούμπι του
αδύναμου και φόβος του κατακτητή. Έδωσε
ανάσα βαθιά σ’ έναν κόσμο που έμαθε να ζει
ελεύθερος άρρηκτα δεμένος με τις
σκληροτράχαλες βουνοκορφές)...
Γεννήθηκε το 1770,στο
Μάραθο
των Αγράφων και ήταν το πρώτο παιδί της
οικογένειας
του αρχοντόβλαχου Γιάννη Μακρυγιάννη.
Ήταν μετρίου
αναστήματος, γεροδεμένος, με "κομψήν
οσφύν", ευκίνητος, μαύρο μουστάκι
και "αστραπηβόλλους οφθαλμούς",
ατρόμητος, σωστό
παλικάρι.
Σε
νεαρή ηλικία εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία του και έγινε κλέφτης στα
βουνά. Μάλιστα, η λαϊκή παράδοση θέλει το επώνυμό του να προέρχεται από
τις παραινέσεις της μητέρας του που προσπαθούσε να τον αποτρέψει να γίνει
κλέφτης λέγοντας του: "Κάτσε Αντώνη μ’, κάτσε Αντώνη μ’ ".
Ο
Κατσαντώνης στη δεκαετία 1801 - 1809 με
επανειλημμένες μάχες κατά των ορδών του
Αλή πασά, προξένησε, χάρη στη ανδρεία και
τη στρατηγική ικανότητά του, τεράστιες
απώλειες. Συνεχίζοντας το έργο του νονού
του κλέφτη Δίπλα, ο Κατσαντώνης είχε
συγκεντρώσει πάνω από 100 παλικάρια,
Ευρυτάνες οι περισσότεροι, μια ομάδα από
γενναίους κλέφτες που πάντα νικούσαν.
Ήταν πολύ αγαπητός στο λαό της Ρούμελης,
ιδιαίτερα στην Αιτωλοακαρνανία και τη
Φθιώτιδα και προ παντός στ' Άγραφα, όπου
χάρη σ' εκείνον μέχρι το 1809, έπνεε
αμόλυντος ο αέρας της λευτεριάς. Εκεί πάνω τότε, κυρίαρχος ήταν μόνο ο
Κατσαντώνης, ο φόβος και ο τρόμος των
διωκτών του, καθώς και των φίλων των
κοτζαμπάσηδων, αλλά και ο στοργικός
προστάτης των χριστιανών και των
αδικημένων.
Όλοι οι διώκτες του, όμως, βρήκαν σκληρό θάνατο, μεταξύ των
οποίων και ο άγριος Τουρκαλβανός Βεληγκέκας.
Ποτέ δε δέχτηκε να γίνει
αρματολός του Αλή πασά στον οποίο και δεν
υπέκυψε, ούτε προσκύνησε, ούτε έκανε
καμιάς μορφής συμβιβασμό, ακόμα και όταν
αρρωστημένο τον πιάσανε και του σπάσανε
τα κόκαλα των άκρων του με βαριά κάτω από
τον ιστορικό πλάτανο των Ιωαννίνων. Έτσι
όσο ζούσε, τα Άγραφα τα κρατούσε ελεύθερα
με το σπαθί του. Αλλά ακόμη είναι προς
τιμή του, γιατί δε δέχτηκε να υπηρετήσει
με ανώτατο στρατιωτικό βαθμό στο ρωσικό
στρατό, που του πρότεινε στη Λευκάδα, για
λογαριασμό της Ρωσίας, ο Έλληνας
στρατηγός της Παπαδόπουλος, στον οποίο το
γενναίο εκείνο παλικάρι απάντησε : "Ευχαριστώ
πολύ για την τιμή, αλλά δυστυχώς με
χρειάζονται ακόμη τα Άγραφα και η Ελλάδα".
Το καλοκαίρι του 1808, ο
Κατσαντώνης αρρώστησε, προσεβλήθη από τύφο ή
ευλογιά, που τον εξάντλησε τόσο ώστε
παρέδωσε την αρχηγία των αντρών του
στον αδελφό του Λεπενιώτη, με δεξί
χέρι τον Καραϊσκάκη και αποσύρθηκε
προς το χωριό Μοναστηράκι Αγράφων
μαζί με τον Αδελφό του Γιώργο Χασιώτη
και πέντε από τα παλικάρια του για
προστασία. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα έμεινε
στο μοναστήρι του Αη - Γιάννη στο
Παλιοκάτουνο. Αλλά ο Αλή πασάς
πληροφορήθηκε την αρρώστια του καθώς
και την παραμονή του εκεί και γι' αυτό
έστειλε άνδρες του να τον συλλάβουν. Ο
Κατσαντώνης με τον αδελφό του και τους
άλλους μόλις πρόλαβαν να
εγκαταλείψουν το κρησφύγετό τους που
είχε αποκαλυφθεί και κατέφυγαν σε μια
σπηλιά που πολύ δύσκολα μπορούσε να τη
βρει κάποιος. Νερό έφερνε στον άρρωστο
ο Χασιώτης, ενώ έμπιστοι άνθρωποι του
μετέφεραν φαγητό. Τελικά εκεί στη
σπηλιά συνελήφθη έπειτα από σκληρή
μάχη που έδωσε ο αδελφός του με τους
υπόλοιπους συντρόφους του στην
προσπάθειά τους να σπάσουν τον κλοιό
και να φυγαδεύσουν τον άρρωστο
Κατσαντώνη.
Tα
δυο αδέλφια οδηγήθηκαν στα Γιάννενα, όπου ο Αλή
πασάς ζήτησε από τον Κατσαντώνη να
προσκυνήσει. Επειδή ο Κατσαντώνης αγέρωχα αρνήθηκε τις προτάσεις του Βεζύρη των
Ιωαννίνων, διέταξε να τον σκοτώσουν
μαζί με τον αδελφό του, μετά από φρικτά βασανιστήρια και αφού πρώτα τους
σπάσανε τα ισχία.
Η ιστορία του προεπαναστατικού ήρωα Κατσαντώνη συγκίνησε βαθιά τον
ελληνικό λαό και πέρασε στην ηρωική, κλέφτικη ποίηση, καθώς επίσης στο
ρεπερτόριο του λαϊκού θεάτρου του Καραγκιόζη, το οποίο αναπαράστησε μυθικά
το μαρτύριο του. Τέλος, χάρη στην πένα του Κωνσταντίνου Ράμφου, έγινε
δημοφιλές λαϊκό ανάγνωσμα. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το βιβλίο του Επαμ.
Φραγκίστα για τον Κατσαντώνη, ενώ ακολούθησαν και πολλά μεταγενέστερα έργα
με τη βιογραφία του.
(Περισσότερα
για τον
Κατσαντώνη...
σε άλλες σελίδες)
|
 |
Μάρκος
Μπότσαρης:
"Ο δικός μας ήρωας",
αφού για την
υπερηφάνεια, το ήθος, τον πατριωτισμό και
την θυσία του στον τόπο μας, τον νοιώθουμε
περισσότερο από κάθε άλλον ως Ευρυτάνα.
Ο Μάρκος Μπότσαρης ,
ήταν γενναίος και πειθαρχημένος πολεμιστής, καλοκάγαθος και σεμνός. Υπήρξε
μια φυσιογνωμία υψηλού ήθους. Στάθηκε πέρα και πάνω
από τα πάθη, την εποχή που αυτά
υπονόμευαν την ενότητα του επανάστασης,
αφού το πάθος του ήταν ένα: η Ελεύθερη Ελλάδα… Διορίστηκε αρχιστράτηγος Δυτ. Στερεάς,
αλλά όταν είδε ότι οι άλλοι οπλαρχηγοί
δυσαρεστήθηκαν αποποιήθηκε το διορισμό
του. Γόνος παλιάς σουλιώτικης οικογένειας
αγωνιστών, γεννήθηκε στο Σούλι το 1790 και
ήταν γιος του Κίτσου Μπότσαρη. Πολέμησε
πλάι στον πατέρα
του τον Αλή πασά, στη
μάχη του Πέτα και το Μεσολόγγι. Συνέγραψε
στην Κέρκυρα, όταν υπηρετούσε στον
γαλλικό στρατό το "Ελληνοαλβανικό
Λεξικό".
Η ηρωική παράδοση του τόπου και της φάρας που
τον γέννησε, μόνο για ηρωϊκό θάνατο τον είχε
προορίσει: Αυτόν που βρήκε από το κακό βόλι,
στο
Κεφαλόβρυσο του Καρπενησιού.
Η
προτομή του κοσμεί την κεντρική πλατεία
Καρπενησίου και το μνημείο του το
Κεφαλόβρυσο.
|
 |
Κώστας Λεπενιώτης: Ο
Κώστας Λεπενιώτης, δευτερότοκος γιος του Σαρακατσάνου βοσκού Γιάννη Μακρυγιάννη, αδελφός του Κατσαντώνη.
Ο κλεφταρματολός των Αγράφων γεννήθηκε στη Λεπενού, μεταξύ 1775 και 1780. Ακολούθησε το
ασκέρι του αδελφού του Κατσαντώνη ως οπλαρχηγός και συμμετείχε σ' όλες τις
μάχες που αυτός έδωσε εναντίον των Τουρκαλβανών. Σε αντίθεση με τον μετρίου
αναστήματος του Κατσαντώνη, ο Λεπενιώτης περιγράφεται ως γιγαντόσωμος,
με πελώριο ανάστημα.
Ύστερα από τον θάνατο του Κατσαντώνη και
του αδερφού του Χασιώτη, την ομάδα των
αγωνιστών κλεφτών του Κατσαντώνη ανέλαβε
ως αρχηγός ο αδελφός του Κ. Λεπενιώτης,
και πολέμησε πολλές φορές εναντίον των στρατιωτικών σωμάτων
του Βεληγκέκα, του Ισμαήλ Πλιάσα και του Μπεκήρ, (του γνωστού με το
παρωνύμιο "Τζογαδλορος").
Πρώτη μάχη που έδωσαν οι Κατσαντωναίοι
υπό την αρχηγία του Λεπενιώτη ήταν στο
βουνό Παπαδιά, μευταξύ Δομιανών
και Παυλόπουλου Ευρυτανίας, όπου
σκοτώθηκε ο Σουλεϊμάν Τότης και το
απόσπασμά του έπαθε κυριολεκτική
πανωλεθρία (Μάιος
1809).
Ο Αλή
πασάς
έστειλε τότε μεγαλύτερη δύναμη με τον Μπεκήρ για να τον συλλάβει, αλλά ο
Λεπενιώτης κατάφερε να διαφύγει. Αδυνατώντας όμως να παραμείνει πλέον στα
Άγραφα, μετέβη με τους 200 άντρες του στο Μεγανήσι, το οποίο βρισκόταν υπό
γαλλική κατοχή. Οι Γάλλοι, επειδή δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν τον Αλή πασά,
τον διέταξαν να εγκαταλείψει το νησί σε 24 ώρες. Ο Λεπενιώτης έφυγε και
κατόρθωσε και πάλι να διαφύγει από τους Τουρκαλβανούς. Αργότερα, υπηρέτησε
στον αγγλικό στρατό στα Επτάνησα.
Έτσι ο Αλή Πασάς αναγκάστηκε
ν' αναγνωρίσει τον Λεπενιώτη σαν
καπετάνιο των Αγράφων (1809), όμως με σχέδιο
και ύπουλο σκοπό τη δολοφονία του.
Το
φθινόπωρο του 1811, αμνηστεύτηκε και ανέλαβε το αρματολίκι επικεφαλής 50 ανδρών, ενώ πολλοί
από τους συντρόφους του διορίστηκαν "κολιτζήδες"
(επιστάτες) των διαφόρων τμημάτων στο
αρματολίκι.
Ως αρματολός των Αγράφων διατήρησε επί τρία
χρόνια την τάξη στην περιφέρεια του, αλλά, επειδή προκάλεσε την οργή του
Νίκου Θέου, ο οποίος είχε ισχυρή πρόσβαση στην Αυλή των Ιωαννίνων,
ανακλήθηκε από τον Αλή πασά. Ο Λεπενιώτης αρνήθηκε να επιστρέψει στα
Ιωάννινα
και λίγο
αργότερα δολοφονήθηκε άνανδρα στη Φουρνά (το Πάσχα του 1815), από τους ανθρώπους του Τουρκόφιλου Νίκου
Θέου και του κοτζάμπαση του Φουρνά Γιαννάκη Κωστάκη.
Έτσι το άγριο θηρίο των Ιωαννίνων
εκδικήθηκε για όσες καταστροφές και
απώλειες υπέστησαν οι ορδές του ως τότε
από του ασύγκριτους αγωνιστές της
ελληνικής κλεφτουριάς Κατσαντωναίους.
(Περισσότερα
για τον Κώστα
Λεπενιώτη...
σε άλλη σελίδα)
|
 |
Κώστας Βελής:
Το
πραγματικό του επώνυμο ήταν
Στεργιόπουλος. Γεννήθηκε το 1770, στο
Κεράσοβο Ευρυτανίας και υπήρξε ένας από
τους πιο ονομαστούς αρματολούς του τόπου.
Θήτευσε στην αυλή του Αλή πασά και
διορίστηκε από τον
Χουρσίτ βοεβόδας στη Θεσσαλία. Μετά
τη δολοφονία του Λεπενιώτη, παρά τις αποτυχημένες προσπάθειες των
Μπουκουβαλαίων για την επαναπόκτηση του αρματολικιού των Αγράφων, ο Μήτσος
Κοντογιάννης επόπτευε και σ΄ αυτό, που ανεπίσημα το κατείχε ο Καραϊσκάκης
έχοντας μαζί του και τα Μπουκουβαλόπουλα Κώστα και Χρηστάκη, τα οποία και
έδιωξε αργότερα, γιατί ανέλαβε την προστασία τους ο Μαυροκορδάτος. Έτσι τον
Μάρτη του 1821, ενώ το αρματολίκι του Καρπενησιού νόμιμα κατείχαν οι
Γιολδάσηδες, τα Άγραφα ουσιαστικά ήταν χωρίς καπετάνιο.
Ο Καραϊσκάκης είχε τραβηχτεί προς τη Βόνιτσα, οι άλλοι Ευρυτάνες οπλαρχηγοί
αδράνησαν για ποικίλους λόγους, ώστε ένας άλλος γενναίος πατριδολάτρης
Ευρυτάνας, ο Κώστας Βελής, που όντας μυημένος στη Φιλική
Εταιρεία και βλέποντας την καθυστέρηση της επαναστατικής εκδήλωσης στην
Ευρυτανία, πήρε την πρωτοβουλία για την επιτέλεση του μεγάλου πατριωτικού
χρέους. Έτσι στις 10 Μαΐου του 1821, στη γενέτειρά του Κεράσοβο
κήρυξε την επανάσταση:
"Ήλθεν η ώρα με το θέλημα του Θεού
να απελευθερώσωμεν την πατρίδαν από την τουρκικήν τυραννίαν λοιπόν άμα
λάβητε το παρόν ναλάβητε τα άρματά σας και να έλθετε όπου σας περιμένω εδώ,
εντός τριών ημερών, διότι ο καιρός δεν μας περιμένει περισσότερον. Να
είμαστε έτοιμοι δια να κάμωμεν το χρέος μας εις την πατρίδα"
Κεράσοβο 10 Μάη 1821, Κώστας Βελής
Η λίγο
αργοπορημένη, αλλά θερμή πρόσκληση του Βελή βρήκε την πρέπουσα απήχηση στους
κατοίκους της Ευρυτανίας. Είναι συγκινητική δε η συμμετοχή τους στον
απελευθερωτικό αυτό αγώνα με μοναδική εναντίον του αντίδραση του κοτζάμπαση
της Ρεντίνας Γ. Τσολάκογλου που αμύνθηκε έντονα στο σπίτι του με τη βοήθεια
των Τουρκαλβανών εναντίον των ελληνικών επαναστατικών τμημάτων του Βελή. Σε
μάχη όμως που έγινε στα Φωτιανά ο Βελής πολεμώντας ηρωικά περικυκλώθηκε από
υπέρτερες δυνάμεις και πιάστηκε αιχμάλωτος (10 - 15/7/1821) για να οδηγηθεί
δέσμιος στην Πόλη, όπου θανατώθηκε κατόπιν πολλών και σκληρών βασανιστηρίων,
(γιατί δεν θέλησε να προδώσει τα μυστικά του αγώνα και τους συμπολεμιστές
του). Το πλήγμα της απώλειας του Βελή υπήρξε τεράστιο και έβλαψε πάρα πολύ
στην προώθηση του κινήματος στην Ευρυτανίας. Ο Κατσαντώνης, ο Θανάσης
Καρπενησιώτης, ο Κώστας Βελής και ο Καραϊσκάκης υπήρξαν από τις
αναντικατάστατες, από τις μέγιστες φυσιογνωμίες του αγώνα, που η πρόωρη
απώλειά τους έβλαψε και αυτόν και την μετέπειτα ζωή της Ελλάδας.
|
 |
Άρης
Βελουχιώτης:
Γεννήθηκε στη Λαμία στις 27 Αυγούστου
1905. Η οικογένειά του ήταν, με τα κριτήρια
της εποχής, από τις πλέον επιφανείς στην
πόλη. Τέλειωσε, οικότροφος, την Αβερώφειο
Μέση Γεωργική Σχολή Λάρισας. Έπειτα από
ένα σύντομο πέρασμα από τη Γεωργική
Υπηρεσία παραιτήθηκε και κατέβηκε στην
Αθήνα (1923) όπου, μυήθηκε στο κομμουνιστικό
κίνημα. Στις 22
Μαΐου του 1942 η πρώτη ομάδα του Άρη
Βελουχιώτη, από 14 άτομα, βγήκε στη
Σπερχειάδα για να ξεκινήσει το αντάρτικο
και λίγο αργότερα (7 Ιουνίου) ανέβηκε στη
Δομνίστα Ευρυτανίας και άρχισε επίσημα
τον ένοπλο αγώνα. Ο Γοργοπόταμος, το
φθινόπωρο, έφερε τον Άρη στο κεντρικό
πολιτικό προσκήνιο. Μέχρι το καλοκαίρι
του 1943 η ίδρυση του Γενικού Αρχηγείου και
η αποστολή μελών της ηγεσίας του κόμματος
στο βουνό αποκατέστησε τις ισορροπίες
στη νέα Ελεύθερη Ελλάδα, την Ευρυτανία. Η
μοναχική περιπλάνηση του Άρη είχε
τελειώσει αφού άφησε πίσω της πλούσιους
καρπούς.
Έδωσε στον ΕΛΑΣ επιθετικό προσανατολισμό
και, στις παραμονές της Απελευθέρωσης,
εξαπέλυσε μια σειρά σκληρών επιθέσεων
ενάντια στις βάσεις των Ταγμάτων. Στην
Απελευθέρωση ήταν ένας από τους πολλούς
που διαφώνησαν με τις επιλογές της
ηγεσίας της Αντίστασης, με τη συμμετοχή
στην κυβέρνηση Παπανδρέου και την
ανάθεση κεντρικού ρόλου στους Άγγλους.
Στις 12 Ιουνίου 1945 το ΚΚΕ τον αποκήρυξε
με πολύ σκληρό δημοσίευμα στον "Ριζοσπάστη".
Η πιθανή ελπίδα του Άρη για στροφή της
ακολουθούμενης πολιτικής ναυάγησε. Δεν
έμενε πια παρά το τέλος. Αυτό ήρθε στις 16
του ίδιου μήνα όταν ο Άρης, πιο μόνος παρά
ποτέ άλλοτε, κλεισμένος από τον στρατό
και παρακρατικούς, αυτοκτόνησε κοντά
στις όχθες του Αχελώου. Δυο μέρες
αργότερα το κεφάλι του, κομμένο, κρεμόταν
από φανοστάτη των Τρικάλων. Η δράση του και ο πρωταγωνιστικός ρόλος
του στην αντίσταση του λαού μας κατά του
κατακτητή, έδωσε ανάστημα και κορυφαία
θέση στα ορεινά και άγονα λημέρια μας.
(Περισσότερα για τον
Άρη Βελουχιώτη...
σε ξεχωριστή σελίδα)
|
 |
Χαράλαμπος
Κατσιμήτρος:
Στρατηγός.
Γεννήθηκε το 1886 στον
Κλειτσό Ευρυτανίας.
Έλαβε μέρος στο Βαλκανικό πόλεμο του 1913,
στο Μακεδονικό Μέτωπο 1917-18 και την
Μικρασιατική εκστρατεία του 1919-22, όπου
και τραυματίστηκε. Κατά τη διάρκεια του
μεσοπολέμου υπηρέτησε σε διάφορες
επιτελικές θέσεις του υπουργείου
Στρατιωτικών και φοίτησε στην Ανώτερη
Σχολή Πολέμου. Το 1937 έγινε υποστράτηγος
και διετέλεσε διοικητής της 8ης
Μεραρχίας Ηπείρου, που απέκρουσε με
ηρωισμό την Ιταλική επίθεση κατά τον ελληνοιταλικό πόλεμο του '40 στην
Αλβανία. Ανέλαβε επιθετική διάταξη και
με αλλεπάλληλες νικηφόρες μάχες κατά
των επιδρομέων εισήλθε στο
βορειοηπειρωτικό έδαφος, απελευθέρωσε
ελληνικές πόλεις και έφτασε μέχρι τη
γραμμή Τεπελενίου και Χειμάρας. Μετά τη
Γερμανική εισβολή, υποχώρησε και
αποστρατεύτηκε στα Ιωάννινα. Το 1946
προήχθη σε Αντιστράτηγο. Έγραψε το έργο: "Η Ήπειρος προμαχούσα". Πέθανε
στην Αθήνα το Φεβρουάριο του 1962 και ετάφη στο Α' Νεκροταφείο.
|
 |
Κώστας Καφρίτσας:
Άγνωστη είναι η χρονολογία γέννησης του Ευρυτάνα αρματολού
Κώστα Καφρίτσα. Το βέβαιο όμως είναι ότι γύρω στο 1780 και ενώ είχε υπό
τον έλεγχο του το αρματολίκι του Καρπενησίου, αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον
Αλή πασά ως δερβέναγα. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε την οργή του τελευταίου,
ο οποίος έστειλε τον Γιουσούφ Αράσκι εναντίον του. Σύμφωνα με την
παράδοση, διεξήχθησαν πολλές και σκληρές μάχες, σε μία από τις οποίες ο
Καφρίτσας τραυματίστηκε. Έτσι, αναγκάστηκε να καταφύγει στο σπίτι ενός
παπά στο Καρπενήσι, όπου τον πολιόρκησαν και έπειτα από ισχυρή αντίσταση,
οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον έγδαραν ζωντανό.
|
 |
Λιβίνης:
Ο
θρυλικός αρματολός Λιβίνης γεννήθηκε στο Καρπενήσι το δεύτερο μισό
του 17ου αι. Κατά τον πόλεμο μεταξύ Τούρκων και Ενετών συνεργάστηκε με
τους δεύτερους. Σύντομα, όμως
έπαψε να συμπολεμά με τους
Ενετούς και κατόρθωσε να διατηρήσει για ένα διάστημα
ανεξάρτητη την περιοχή του αρματολικιού του. Ανάμεσα στις αναρίθμητες
μάχες που έδωσε, σημαντικότερη ήταν η μάχη στη Γόλιανη (σημερινό Στεφάνι)
Καρπενησίου όπου συνέτριψε τις τουρκικές δυνάμεις. Σκοτώθηκε το 1685 σε
μάχη ενάντια στους Τούρκους στην Αράχοβα.
|
 |
Γεώργιος Πεσλής:
Γιος του ονομαστού κλέφτη Πάνου Ντελαπέρα, ο αγωνιστής
Γεώργιος Πεσλής γεννήθηκε στον Άγιο Βλάση (Ευρυτανίας παλιότερα) το
1770. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες, στις οποίες διακρίθηκε για την τόλμη και
τη στρατιωτική πείρα του, ενώ συνεργάστηκε πολλές φορές με τον Γεώργιο
Καραϊσκάκη, με τον οποίο διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις. Εξαιτίας της
αντιπαλότητας του με τον Μαυροκορδάτο, υπέστη διώξεις και οι υπηρεσίες του
στο έθνος αποσιωπήθηκαν. Το 1836 ηγήθηκε αντιοθωνικού κινήματος στην
Αιτωλοακαρνανία, το οποίο απέτυχε. Πολλά χρόνια αργότερα του απονεμήθηκε ο
βαθμός του στρατηγού. Πέθανε το 1855. |

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ:
Κατά την επανάσταση του 1821, περισσότεροι από 800
αγωνιστές Ευρυτάνες πήραν μέρος στον αγώνα και πολέμησαν με υποδειγματική
ανδρεία, τιμιότητα και αυτοθυσία σε 65 τουλάχιστον μάχες. Από αυτές 18
έγιναν στην Ευρυτανία, ανάμεσα στις οποίες της Κορομηλιάς, της Ρεντίνας,
της Φωτιάνας, των Καγγελιών, της Μπιάρας, του Κεφαλόβρυσου Καρπενησίου,
της
Καλιακούδας
κ.α. και σε 45 και περισσότερες σε άλλες περιοχές, καθώς και στην
Αιτωλοακαρνανία, στην Άρτα, στη Θεσσαλία, στην Πελοπόννησο, στην Κασσάνδρα
Χαλκιδικής ακόμη και στην Κρήτη. (Σε άλλη σελίδα
μπορείτε να διαβάσετε τα ονόματα των
Κρικελλιωτών αγωνιστών
του '21).
Αλλά εκτός αυτών που αναφέραμε μεγίστων
αγωνιστών, θα πρέπει να συμπεριληφθούν και δύο άγνωστοι ως τώρα. Ο
Γιάννης Βελωτάς και ο
Κώστας Καλατζής από την Καστανιά
Αρακυνθίων, που στο σπίτι του Σκαρπή στο Μεγάλο Χωριό, κλείστηκαν και
αμύνθηκαν κατά του Δράμαλη το 1822. Μετά την εξάντληση και του τελευταίου
φυσιγγιού τους προτίμησαν να γίνουν παρανάλωμα της φωτιάς από την
πυρπόληση του σπιτιού που έκαναν οι Τούρκοι, παρά να παραδοθούν.

|
|