|
evrytan.gr |
Όσιος
Ευγένιος ο Αιτωλός
(1597-1682)
|
|
ΕΚΚΛΗΣΙΑ
|
|
| |
Λόγιος
κληρικός και ένας από τους πιο
αξιόλογους δασκάλους του
Γένους. Γεννήθηκε στο Μεγάλο
Δέντρο της Αιτωλίας και έμαθε
τα πρώτα γράμματα σε διάφορα
μοναστήρια της περιοχής.
Κατά το 1612
συμπλήρωσε την "εγκύκλια" παιδεία του
και διδάχτηκε τη βυζαντινή μουσική στο
Τροβάτο, (τη γνωστή και αναπτυγμένη τότε
κοινότητα των Αγράφων),
ενώ το
1636 πήγε στην Πόλη, (ως μοναχός
πλέον), και φοίτησε στην
Πατριαρχική Σχολή. Από κει
μετέβη στην Άρτα, στο Αιτωλικό
και το Μεσολόγγι, όπου διεύθυνε
αντίστοιχα τις σχολές των
πόλεων αυτών, και τελικά έφτασε
στο
Καρπενήσι, όπου ανέπτυξε
ξεχωριστή εκπαιδευτική
δραστηριότητα. Ίδρυσε και
λειτούργησε από το 1645-1661 Σχολή Ανωτέρων και σχολείο κοινών
γραμμάτων, ενώ ανήγειρε εκ
βάθρων τον Ιερό Ναό της Αγίας
Τριάδας, τον υπήγαγε στο
Πατριαρχείο και πέτυχε να
χαρακτηρισθεί απ' αυτό ως
Σταυροπηγιακός.
Η
άφιξή του Ευγένιου και η ίδρυση της
ομώνυμης ανώτερης Σχολής του στο
Καρπενήσι, γύρω στα 1645, ήταν ένα
πολυσήμαντο ιστορικό γεγονός. ( Η ίδρυση
των Σχολών του εδώ, ήταν μια
αιτιοκρατημένη επιλογή του Γιαννούλη,
που σχετίζονταν με την
κοινωνικοπολιτική κατάσταση και την
οικονομική ανάπτυξη της περιοχής.
Επιπλέον, γνώριζε πως κάποια σπέρματα
εκπαιδευτικής παράδοσης υπήρχαν εδώ,
πριν από τον 17ο αι.).
Η ίδρυση ανώτερης
Σχολής στο Καρπενήσι ανταποκρίνονταν
προς τις κοινωνικές λειτουργίες της
περιοχής. Η κωμόπολη τότε ήταν σημαντικό
εμποροβιοτεχνικό και διοικητικό κέντρο
και αποτελούσε την κεντρική
εμποροανταλλακτική αγορά για όλη την
επαρχία. Παράλληλα, ο
Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός ανέδειξε την κωμόπολη σε μεγάλο
πνευματικό κέντρο, ιδρύοντας εδώ την
περίφημη Σχολή του, η οποία λειτούργησε
από το 1645 ως το 1661, με μικρή μόνο διακοπή
στα ορλωφικά, αναδεικνύοντας
πολυάριθμους δασκάλους και λογίους του
Γένους. Οι Καρπενησιώτες, φιλοπρόοδοι
και δραστήριοι έμποροι, βρήκαν στο
πρόσωπο του Γιαννούλη τον κατάλληλο
άνθρωπο για να δημιουργήσουν σοβαρή
εκπαιδευτική κίνηση. Έτσι, τις
οικονομικές δαπάνες για την ίδρυση και
λειτουργία της Σχολής, καθώς και για τη
συντήρηση και μίσθωση του δασκάλου,
ανέλαβαν με προθυμία οι κάτοικοι της
αυτοδιοικούμενης κοινότητας. Στο
Καρπενήσι, λειτουργεί παράλληλα και
σχολείο για τη στοιχειώδη παιδεία, τα
κοινά γράμματα, με τους
κατοίκους να συνεργάζονται με τον
Ευγένιο όχι μόνο στα εκπαιδευτικά
θέματα, αλλά και σε εκκλησιαστικά ή
κοινωφελή έργα. Το 1645 άρχισε την
ανακαίνιση εκ βάθρων του ναού της Αγίας
Τριάδας, κυρίως για τις ανάγκες της
Σχολής.
Το
κύρος και τη σοφία του Γιαννούλη, ήταν
τεράστιο όχι μόνο στους ελληνοπρεπείς
Καρπενησιώτες αλλά και στους οπαδούς
του μουσουλμανικού δόγματος.
Αλλά οι αντιθέσεις, ακόμα και οι
προσωπικές, είναι σύμφυτες με την
ιστορική ανάπτυξη. Ορισμένοι, πρώην
διακεκριμένοι μαθητές του Γιαννούλη,
όπως ο Αναστάσιος ο Παντοδύναμος κι ο
Νικόλαος ο Βελεσδονίτης με μερικούς
άλλους, διαφώνησαν με το δάσκαλό τους
και ίδρυσαν δεύτερη Σχολή. Η προσπάθειά
τους όμως δεν βρήκε ανταπόκριση,
δυσαρέστησε όμως ιδιαίτερα τον Ευγένιο.
Η Σχολή του Γιαννούλη, διατηρήθηκε στο
Καρπενήσι μέχρι τα 1814, και πέρασαν απ’
αυτήν πολλοί και ικανοί πολυμαθείς
δάσκαλοι του υπόδουλου Γένους, όπως :
◊
Ο
Αναστάσιος
Γόρδιος ο Βραγγιανιώτης, που εκτός από
τη Θεολογία και την κλασσική Φιλολογία,
σπούδασε και ιατροφαρμακευτική στην
Πάδοβα της Ιταλίας. Διαδέχτηκε το
Γιαννούλη στη Σχολή της Γούβας των
Βραγγιανών.
◊
Ο Αναστάσιος
ο Παντοδύναμος, που έκαμε δάσκαλος στο
Καρπενήσι, και σχολάρχης στον Τύρναβο
(1650-1655). Αργότερα δίδαξε στην Πατριαρχική
Ακαδημία της Πόλης, όπου έγινε
ιεροκήρυκας, για να γίνει τελικά στα 1671
Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.
◊
Ο Νικόλαος
Βελεσδονίτης ή Αγραφιώτης, που έγινε
αρχίατρος του Σουλτάνου. Ήταν κάτοχος
της ιατρικής με σημαντικό συγγραφικό
έργο, γνώριζε την αραβική γλώσσα και
είχε πολλές γνώσεις αστρονομίας και
μαθηματικών.
◊
Οι Γρηγόριος
Μάνεσης και Ιωσήφ Αρβανιτάκης, που
και οι δυο έκαμαν το σχολάρχη, στη σχολή
του Αιτωλικού. Ο δεύτερος, που λέγονταν
Σκρούμπος, δίδαξε στο Αιτωλικό από τα 1665.
◊
Ο
επίσκοπος Φαρσάλων Δαμασκηνός, ο
οποίος ήταν Καρπενησιώτης, και
συνεργάστηκε με τον επίσκοπο Λιτζάς και
Αγράφων Δοσίθεο στα 1819, για να
επανιδρύσουν τη σχολή του Καρπενησίου.
◊
Ο Ιάκωβος,
Καρπενησιώτης κι αυτός, ο οποίος έγινε
επίσκοπος Λιτζάς και Αγράφων.
Στην
ανώτερη Σχολή του Καρπενησίου ο
Ευγένιος Γιαννούλης δίδαξε 16 ολόκληρα
χρόνια, δημιουργώντας μια λαμπρή
εκπαιδευτική παράδοση στο χώρο της
κεντρικής Ελλάδας. Το 1661 ο Γιαννούλης
αφήνει το Καρπενήσι, διατηρώντας τους
δεσμούς του μ’ αυτό, για να μεταβεί και
να ιδρύσει Σχολή στα
Μεγάλα Βραγγιανά,
μετά από αίτημα των κατοίκων
της ισχυρής εκείνης κοινότητας των
Αγράφων. (Είχαν ισχυρά τσελιγκάτα και
ανθηρές βιοτεχνίες μάλλινων υφασμάτων,
με ονομαστούς καποράπτες και αγωγιάτες).
Η Σχολή λειτούργησε στο εκκλησάκι της
Αγίας Παρασκευής στη Γούβα
Βραγγιανών και φοιτητές έγιναν
πολυάριθμοι απ’ όλες τις κοινωνικές
τάξεις της περιοχής και ο Γιαννούλης
εσχολάρχησε εδώ για μια δεκαετία (1662-1673).
Η υλική και ηθική βοήθεια των κατοίκων
με την ενίσχυση των ξενιτεμένων , καθώς
και η δίψα τους για την παιδεία, απέδωσαν
ουσιαστικούς καρπούς. Η Σχολή απέκτησε
πλουσιότατη και μοναδική για την εποχή
Βιβλιοθήκη, που αριθμούσε 4.000 τόμους
βιβλία στην ελληνική, τη λατινική και τη
γερμανική γλώσσα, καθώς και πολλά αρχαία
χειρόγραφα και κώδικες. Έτσι η Σχολή των
Βραγγιανών αναδείχτηκε σ’ ένα σπουδαίο
κέντρο σπουδών, γνωστό στην ιστορία
της ελληνικής εκπαίδευσης ως Ελληνομουσείον
των Αγράφων. Εκτός από τον Ευγένιο
Γιαννούλη, τον Αναστάσιο Γόρδιο και τον
Θεοφάνη, στη Σχολή δίδαξαν και λόγιοι
σοφοί από άλλες περιφέρειες.
Μετά
από σύντομη επίσκεψη στο Καρπενήσι και
τα γνωστά του μέρη της Αιτωλίας,
επανήλθε το 1680 στην "ανήλιον"
Γούβα των Βραγγιανών, όπου
την 5η Αυγούστου του 1682 "εκοιμήθη
εν Κυρίω".
Η
Σχολή των Μεγάλων Βραγγιανών, έλαμψε
έναν περίπου αιώνα, σηματοδοτώντας την
πορεία του υπόδουλου ελληνικού έθνους.
Λειτούργησε σε πλήρη ακμή τουλάχιστον
ως το 1770. Τα
Ορλωφικά, που δημιουργήθηκαν
από την επιρροή ξένων δυνάμεων στην
Ελλάδα, για δικούς τους σκοπούς, είχαν
κυριολεκτικά καταλυτικές συνέπειες για
τον τόπο. Τότε φαίνεται πως αυτή η
σπουδαία Βιβλιοθήκη, αληθινό εθνικό
θησαυροφυλάκιο, διασκορπίστηκε κι ένα
μέρος της περιήλθε στην αρχοντική
οικογένεια του
Τσολάκογλου από τη
Ρεντίνα, για να καταστραφεί τελικά κατά
τη διάρκεια της επανάστασης του
Εικοσιένα.
Η παρουσία του
Γιαννούλη στο χώρο της Ευρυτανίας ήταν
μια εξαιρετική συγκυρία για την
οργάνωση και τη διάδοση της ελληνικής
παιδείας. Ως πνευματική προσωπικότητα,
τέκνο της γειτονικής κοινότητας του
Μεγάλου Δένδρου Τριχωνίδας, ανατράφηκε
και γαλουχήθηκε στο άμεσο περιβάλλον
του πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη, του
φιλόσοφου Θεόφιλου Κορυδαλλέα και του
λόγιου Ιωάννη Καρυοφύλλη, των τριών
κορυφαίων διαφωτιστών της εποχής, που
προσπάθησαν αν σπάσουν την ιδεολογική
και επιστημονική απομόνωση της
ελληνικής σκέψης και να τη συνδέσουν με
τα καινούργια μηνύματα του ευρωπαϊκού
ουμανισμού. Το αναγεννησιακό αυτό ρεύμα
ανακόπηκε και ανάμεσα στα θύματα της
ιδεολογικής τρομοκρατίας της εποχής
υπήρξε, εκτός των τριών διαφωτιστών, κι ο
ίδιος ο Γιαννούλης, που κατηγορήθηκε ως
"καλβινίζων" και μάλιστα
καθαιρέθηκε από το ιερατικό του αξίωμα,
για ν’ αποκατασταθεί μετά από λίγο
χρόνο. Τα πνευματικά φώτα και τις
εμπειρίες του ο Γιαννούλης τα μετέφερε
στο κέντρο της Ελλάδας και στα "πυρίφλεκτα
Άγραφα", όπου εκτός της ίδρυσης των
Σχολών του, έγινε υπερασπιστής των
λαϊκών δικαιωμάτων, επικριτής των κακών
προεστώτων (των στύλων της τυραννίδος),
σκληρός επιτιμητής των κακών κληρικών.
Και δεν ήταν μόνο η ξένη τυραννία, που
απειλούσε το γένος, αλλά και οι πολλοί
χριστιανοί άρχοντες, που έγιναν "επιλήσμονες θείων και ανθρωπίνων νόμων", που
συμπεριφέρονταν ως "λύκοι επί τα πρόβατα". Ταυτοχρόνα, ως κληρονόμος
της αρχαίας ελληνικής παιδείας,
τοποθετούσε στην κορυφή των αξιών την
αρετή ως ήθος, ως σκέψη, ως πράξη, ως
συμπεριφορά, ως φρόνηση, ως μέτρο ηθικής
αυτοκαταξίωσης του ανθρώπου, ("δαιμόνιον
τι κτήμα και τίμιον η αρετή").
Δάσκαλος με την πλατιά
σημασία του όρου ο Ευγένιος Γιαννούλης,
του οποίου τα εκπαιδευτικά προσόντα
ήταν πολύπλευρα και η πνευματική του
ανατροφή, με τους αρχαίους Έλληνες
ποιητές και φιλοσόφους, ουσιαστική και
όχι επίπλαστη. Υπήρξε δηλαδή κάτοχος και
"της θύραθεν φιλοσοφίας και της ιεράς θεολογίας", κατά τον
Προκοπίου. Το ενδιαφέρον του για την
περιοχή δεν περιορίστηκε μόνο στη
διδασκαλία, αφού εκδηλώθηκε και με άλλες
ενέργειές του σ’ επίσημα πολιτικά
πρόσωπα της εποχής και ξενιτεμένους
Ευρυτάνες. (Όταν ο Ιωάννης Καρυοφύλλης,
έγινε το 1667, μέγας βεστιάρης στην
ηγεμονία της Βλαχίας, ο Γιαννούλης του
έγραψε να ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για τα’
Άγραφα, θυμίζοντάς του πως κι αυτός εκεί
είχε τις ρίζες του). 
|
|