evrytan.gr

Η ευρυτανική φύση στη λογοτεχνία μας... (*)

Πολιτισμός

 

Καθώς αφήνει κανένας τον κάμπο της Λαμίας και σκαρφαλώνει κατά το Βελούχι, νιώθει τη ζεστή κι ολοζώντανη ανάσα τόσων και τόσων ποιητών που τραγούδησαν την Ευρυτανία.
Ο Παλαμάς: Πάρτε με απάνω στα ψηλά τα Καρπενήσια.
Ο Ζαχ. Παπαντωνίου: Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ,
                               ψηλά που με νανούριζες καϋμένο Καρπενήσι.
Ο Γκόλφης: Ας ήταν πάλι να βρεθώ στον αφαλό του Βελουχιού.
Ο Κυριαζής: Μετανιωμένος στρατοκόπος / γυρίζει ο νους μου στα παλιά /
                  Γυρίζει αγάλια-αγάλια όπως / το βράδυ-βράδυ τα πουλιά
Ο Δροσίνης, ο Στ. Γρανίτσας, ο Βασίλης ο Ρώτας, ο Σκουρλής κι άλλοι ακόμα πολλοί και πάνω απ' όλους το Δημοτικό μας Τραγούδι με μύριες παραλογές: Βελούχι μου πανέμορφο, βουνό μου παινεμένο.

Ολοένα ανεβαίνεις όσο να φτάσεις στις Ράχες. Αυτήν την υπέροχη ταράτσα της Ρούμελης απ' όπου βλέπεις πέρα μακριά τις θάλασσες, κι αγκαλιάζεις τη στεριά και βλέπεις κάτω τις νταντελένιες λοφοσειρές καρφωμένες μέσα σε καταπράσινους κάμπους. Και νιώθεις τότε πόσο μεγάλη ανάγκη στέκεται για λογοτέχνες και καλλιτέχνες η έκφραση αυτής της φωτοπλημμύρας που ψηλώνει τις ψυχές και χαμηλώνει τα πάθη. Αλλά σκέφτομαι: Τι θα ήταν αυτά τα βουνά αν δεν είχαν δεθεί με την Παράδοση, που τους έδωσε τόσην ιερότητα από τα πανάρχαια ακόμα χρόνια. Τι θα ήταν - όπως έγραψε η Σέμνη Καρούζου τα ψηλά βουνά που κατοικούσαν οι Ευρυτάνες "οι πιο βαρύσκιωτοι ανάμεσα στους Έλληνες", ακόμα ως τα χρόνια του Θουκυδίδη "αγνωστότατοι δη γλώσσαν και ωμοφάγοι ως ελέγετο". Τι θα ήταν χωρίς τα ονομαστά Μοναστήρια που ανάδειξαν τόσους και τόσους δασκάλους του Γένους τον Γιαννούλη, τον Γόρδιο, τον Ευγένιο τον Αιτωλό, τον Μακραίο, τον από Φουρνά Διονύσιο και τόσους άλλους που έκαμαν τα ευρυτανικά χώματα θεοβάδιστα.
Τι θα ήταν χωρίς τους αρματολούς και κλέφτες, χωρίς τα παλικάρια όλων των εποχών - ως τις μέρες μας ακόμα που έδιναν αφειδώλευτα το αίμα τους για την πατρίδα σαν εκπλήρωση ύψιστου χρέους.
Χωρίς όλ' αυτά θα έμεναν απλώς βουνά όπως τόσα άλλα στον κόσμο "για ανάπαυση των κουρασμένων και υγιεινά, αλλά χωρίς τη δύναμη να κρατούν άγρυπνα τα πνεύματα και τις ψυχές" όπως γίνεται με τα δικά μας βουνά.
Κι αυτό ακριβώς δείχνει πως η Ιστορία μας ξεκινάει από τη Γεωγραφία μας. Γι' αυτό και πολύ σωστά εξετάζουμε σαν μια ενότητα "Τα Μνημεία και το φυσικό περιβάλλον της Ευρυτανίας".
Το φυσικό περιβάλλον, η σύσταση του εδάφους και η γεωγραφική θέση της Ευρυτανίας επέδρασαν στη δημιουργία των Μνημείων στους συγκεκριμένους τόπους, και τα Μνημεία τώρα και πάντοτε θα δίνουν την ευκαιρία σε πολλούς να γνωρίσουν, να εκτιμήσουν και να θαυμάζουν αυτό το γενεσιουργό τους φυσικό περιβάλλον.
Η Ευρυτανία έχει ένα παρελθόν εμβληματικό με πολλούς μύθους, πολλές εικόνες, αλλά και πολλά ορατά σύμβολα - όπως είναι τα μέρη όπου διαδραματίστηκαν ιστορικά γεγονότα και τοποθεσίες στις οποίες αναφέρονται πλήθος λαϊκών διηγήσεων.
Η γη της κρύβει πολλά μυστικά που ακόμα δεν έχουν πλήρως αποκαλυφθεί ή αποκρυπτογραφηθεί, ενώ ούτε και η πιο πρόσφατη ιστορία της δεν έχει ακόμη γραφεί - κι εδώ που τα λέμε καλλίτερα - γιατί η απόσταση του χρόνου θα την κάμει πιο αντικειμενική καθώς απομακρυνόμαστε από φανατισμούς, προκαταλήψεις, προσωπικές υπερβολές και ωραιοποιήσεις.
Σ' ετούτον τον τόπο ο μυθολογικός και ιστορικός χρόνος εξακολουθούν να συνυπάρχουν και να αφηγούνται με παραλλαγές την ίδια αφήγηση από τον καιρό του Ομήρου.
Το παρελθόν γίνεται δρομοδείχτης για το μέλλον των όπου γης ανθρώπων γι’ αυτό και μπορούμε να θυμηθούμε τον Αϊνστάιν που το 1930 έλεγε σ' ένα μάθημα του: Εκατό φορές την ημέρα θυμίζω στον εαυτό μου πως ο εσωτερικός μου κόσμος και η εξωτερική μου ζωή βασίζονται στους μόχθους και στην πορεία άλλων ανθρώπων. Όλοι μας στεκόμαστε στους ώμους των προγόνων μας για να δούμε πέρα από τα τείχη του καιρού μας.
Και πρωτύτερα ο Σαίξπηρ στο έργο του "Τρικυμία" βάζει τον Αντώνιο να πει: "Ότι ανήκει στο παρελθόν είναι ένας πρόλογος".
Βρίσκω λοιπόν πως ετούτο το Συνέδριο ασχολούμενο με το παρελθόν προσβλέπει στο μέλλον του τόπου μας. Είναι ένας πρόλογος για ένα καινούριο βιβλίο οραματισμών και ενεργειών που πάμε να γράψουμε.
Το φυσικό περιβάλλον της Ευρυτανίας σε συνδυασμό με τα Μνημεία (για τα οποία εκλεκτοί και ειδήμονες εισηγητές θα μας ενημερώσουν δημιουργικά) έκαμε πολλούς ν' αγαπήσουν αυτή την περιοχή και να την προβάλλουν ποικιλότροπα - ακόμα και να την τραγουδήσουν. Θυμάμαι προπολεμικά είχε έρθει για μερικές καλοκαιριάτικες μέρες ο πρεσβευτής των Ενωμένων Πολιτειών Μακ Βη κι έμεινε τόσο ενθουσιασμένος από τις φυσικές ομορφιές της Ευρυτανίας, ώστε σε δηλώσεις του στους δημοσιογράφους που τον συνόδευαν είχε πει: "Το Ευρυτανικό φυσικό περιβάλλον δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το Ελβετικό που τόσο διαφημίζεται ανά τον κόσμο".
Την εικόνα του Ευρυτανικού περιβάλλοντος συχνά τη συναντάμε σε κείμενα νεοελλήνων λογοτεχνών. Και είναι πάντα ενθουσιώδη αυτά τα κείμενα και πάντα συνυφασμένα με την ιερότητα του χώρου, τη λεβεντιά και την Παράδοση.
Θα επιχειρήσουμε μια περιδιάβαση σ' αυτά τα κείμενα για να νιώσουμε τώρα, όπως και οι γράψαντες κάποτε τη γοητεία αυτού του περιβάλλοντος, που συνδυάζεται με το ανθρώπινο δυναμικό. Κι αυτό το περιβάλλον δεν μπορούμε να το δούμε μόνο με τα οικολογικά ματογυάλια. Γιατί είναι δεμένο με τους αγώνες του Έθνους και με τα κηρύγματα του Πατροκοσμά. Γιατί είναι ζωή και όνειρο του χτες, που τόσο διαφέρει από το σήμερα. Κι αυτό το χτες δεν θα το συναντήσουμε παρά μόνο στα χαρτιά. Κι ούτε θα δούμε πουθενά "τη ροδομάγουλη της Άμπλιανης παιδούλα", που τραγούδησε κάποτε ο Παλαμάς, γιατί τα κραγιόνια της Ρεβλόν έχουν προ πολλού αντικαταστήσει το κοκκινάδι της φύσης.
Στο περιοδικό "Εστία" του 1892 διαβάζουμε μια περιγραφή του Ανδρέα Καρκαβίτσα ο οποίος περιόδευσε την περιοχή σαν στρατιωτικός γιατρός που ήταν και καθώς ανέβαινε από τη Ναυπακτία και πατούσε το πόδι του στην Ευρυτανία "Αίφνης, λέει, αναπηδά με ογκώδη και συνοφρυομένην όψιν η άκρα του Τυμφρηστού. Και εις την θέαν αυτήν, αγνοώ τι συνέβη εις τας ψυχάς των συντρόφων μου. Αλλά εις την ιδικήν μου ψυχήν ανέβλυσαν ενθουσιασμοί και πόθοι διάπυροι, ορεινοί αδιάπτωτου σφρίγους και δυνάμεως, έφεσις ασύλληπτου ελευθερίας, ενώ το σαρκίον μου έφρισσεν εξηυτελισμένον, κατεπτοημένον προ του ανέφικτου. Βεβαίως εδώ εννοώ τους αρματολούς μας. Από τα ύψη ταύτα προ των τοιούτων μεγάλων σκη­νών αισθάνομαι τα μεγάλα των αισθήματα, τους απέραντους πόθους των, τας υψηλοτάτας βλέψεις των. Υπό τον αέρα τούτον όστις με περιθίγει, νομίζω το σαρκίον μου άτρωτον ως γίνεται άτεγκτος ο βαπτιζόμενος χάλυψ. Φαντάζομαι κάτω τη δουλεύουσαν ανθρωπότητα και την κρίνω ως μη υπάρχουσαν. Τον κόσμον τον οικτίρω και τον ελεεινολογώ. Τα έργα του δεν τα δέχομαι. Δέχομαι μόνο ότι το παν πρέπει να υποχωρήσει εις την ορμήν μου. Ότι το παν είναι ελάχιστον προ εμού, όστις εκλήθην και είμαι βασιλεύς του παντός. Αλλά και οι ξεναγοί μας, οι άνθρωποι της φύσεως δεν ησθάνθησαν ολιγοτέραν εμού συγκίνησιν. Είδον τον έναν, τον πολύλογον, να σταθεί προσατενίζων την θέαν εκείνην ν' ανοίξει σπιθαμιαίον στόμα και τον ήκουσα ν' ανακράζει εν ακρατήτω θαυμασμώ:  - Αϊ, Βελούχι μ'
Ενώ ο έτερος, ο τραγουδιστής, αναθέσας επί των ώμων την ράβδον του και ραθύμως κατερχόμενος το μονοπάτι ήρχισε το τραγούδι των βουνών εκείνων, ως εμπνευσθείς αίφνης:

 

- Βελούχι μου παράμορφο κι Οξυά ζωγραφισμένη
λυώστε τα χιόνια γλήγορα, να χορταριάσ' ο τόπος 
Να βγουν οι βλάχοι στα βουνά, να βγουν οι βλαχοπούλες 
Να βγει κι η Παναγιώταινα με τον υγιό στα χέρια 
Στρούγκα σε στρούγκα περπατεί, γαλάρι σε γαλάρι 
Στρούγκα μου πούν' τα πρόβατα, στρούγκα μου πούν' τα γίδια
και σεις έρμα στρουγκόλιθα σαν πούν' ο Παναγιώτης...
 

 

Στη συνέχεια ο Καρκαβίτσας μας πληροφορεί για τον τρόπο κατασκευής υφασμάτων σε χωριά της Ευρυτανίας. "Τα υφάσματα ταύτα" λέει "των οποίων μεγίστη κατανάλωσις γίνεται ανά τας πανηγύρεις της Ελλάδος, και δι' αυτών ενδύεται και σκεπάζεται όλος ο γεωργικός και ποιμενικός κόσμος, υφαίνονται κατά τα μέρη εκείνα, εν Άμπλιανη, της οποίας οι κάτοικοι τον μεν χειμώνα κατέρχονται μετά των πολυπληθών ποιμνίων των εις τα πεδινά μέρη, το δε θέρος ανερχόμενοι εκεί επιδίδονται όλοι, άνδρες και γυναίκες εις το νήθειν και υφαίνειν..."
Πριν αφήσουμε στην αιώνια ακινησία του τον φίλο του τόπου μας Καρκαβίτσα, τον σημαντικότατον αυτόν λογοτέχνη, θάθελα να θυμηθούμε ένα από τα πολλά γράμματα που έστειλε από την Ευρυτανία στον ποιητή Κώστα Χατζόπουλο που έμενε τότε στο Αγρίνιο, την πόλη που γεννήθηκε. Και θα τα θυμηθούμε πρώτα-πρώτα γιατί μιλάει και πάλι για το φυσικό περιβάλλον της περιοχής μας κι υστέρα γιατί αυτά τα γράμματα τα χρωστάμε στη φροντίδα του αείμνηστου ευρυτάνα Ακαδημαϊκού Κωνσταντίνου Τριανταφυλλόπουλου. Εκείνος σαν πληρεξούσιος της μονάκριβης κόρης του Χατζόπουλου, της Σέντας που ήταν παντρεμένη στην Φιλανδία δημοσιοποίησε την αλληλογραφία του Καρκαβίτσα με τον πατέρα της. Μέσα σ' αυτήν την αλληλογραφία υπάρχουν και τα δυο ευρυτανικά γράμματα του Καρκαβίτσα, ο οποίος μετά το πρώτο του ταξίδι που με τόσο θαυμασμό, όπως είδαμε, το περιέγραψε, επιζητούσε μια μετάθεση στην Ευρυτανία με την ιδιότητα φυσικά του στρατιωτικού γιατρού, για να έχει περισσότερη άνεση στις κινήσεις του και στη μελέτη της ψυχολογίας του Ευρυτάνα χωρικού στον οποίο έβρισκε κάποιες ιδιαιτερότητες.
Στο πρώτο του γράμμα από 2 Απριλίου 1895 γράφει πως μέσω του φίλου του Νίδερ μεσολογγίτη βουλευτή "εφρόντισα να πάω ως γιατρός να ζήσω με τους Αμπλιανίτες τρεις - τέσσερες μήνες". Κι όσο αργούσε η ικανοποίηση αυτού του αιτήματος του, τόσο μεγάλωνε η απογοήτευση του κι έγραφε πως "εμύρισεν η άνοιξις και η ψυχή μου επαναστατεί σαν το αράθυμο πουλάρι μέσα στο σκοτεινό του στάβλο κλεισμένο".
Στο λεκτικό αυτού του γράμματος και του επόμενου που θα το δούμε ολόκληρο θ' αντιληφθούμε μιαν αλλαγή. Γράφει πια στη δημοτική γλώσσα επηρεασμένος από το ψυχαρικό γλωσσικό κίνημα στο οποίο είχαν προσχωρήσει πολλοί γνωστοί συγγραφείς.
Ο Χατζόπουλος που ήταν φίλος του Νίδερ του έγραψε πως θα ικανο­ποιηθεί το αίτημα του, αλλά κατέληγε: "Βρε Ανδρέα εντάξει θα το τελει­ώσει αυτό το ζήτημα σου ο βουλευτής, αλλά τι σ' έπιασε και θέλεις να... καλογερέψεις στην πατρίδα των Γιολδασαίων; " Κι εκείνος του τηλεγράφησε: "Το ανυπέρβλητο φυσικό κάλλος της περιοχής και η επιθυμία μου να μελετήσω τον χαρακτήρα των Ευρυτάνων που έχουν κάτι το πρωτόγο­νο αλλά και προμηθεϊκό". Ήθελε ν' ακολουθήσει τα παλιά ίχνη για να καταγράψει τις διαφορές και να δει τις επιδράσεις των αποχρώσεων του τοπίου στον άνθρωπο. Σ' αυτόν τον χώρο πίστευε πως η διαλεκτική της ανάπτυξης ήταν διαφορετική από τους άλλους χώρους, ενώ ο παραδοσιακός τρόπος ζωής δεν ανατρεπόταν με την ευκολία που ανατρεπόταν σ' άλλες περιοχές.
(Πολλά χρόνια αργότερα ο Βασίλης Ρώτας, στρατιωτικός κι αυτός, αλλά όχι γιατρός, ήρθε εδώ πάνω και έγραψε ένα μεγάλο ποίημα με τον τίτλο "Ευρυτανία" που συμπίπτει σε κάποια σημεία με τις απόψεις του Καρκαβίτσα, τις διατυπωμένες πριν μισό αιώνα. Αρχίζει έτσι καθώς βάζει τους Ευρυτάνες να μιλούν:

  Εμείς εδώ παλέβουμε μακριά απ' τον κόσμο
σα να την κλέψαμε τη ζωή μας,
σα να μας έχει εδώ η πατρίδα απορριμένους
για να κρατάμε τα βουνά,
μην τα σηκώσουν οι άνεμοι
και ν' αλωνίζουμε τα χιονιά για να λυώνουν...)
 

Κι όταν ικανοποιήθηκε η επιθυμία του Καρκαβίτσα κι εγκαταστάθηκε στην Άμπλιανη γράφει του Χατζόπουλου:

 

Άμπλιανη 23 του Μαγιού 1895
Αδερφέ Κώτσο,
Ιδού πως τα έφερε ο καιρός. Αντί να με φιλοξενήσεις εσύ στανικώς στο Βραχώρι, αρκεί να θέλεις κι είμαι πρόθυμος και παρακλητικώς σε προσκαλώ για να σε φιλοξενήσω εγώ εδώ απάνω. Έφθασα δια Λαμίας προ 4 - 5 ημερών και θα μείνω εδώ έως τις 15 Υβρίου ως γιατρός του χωριού. Οι φιλενάδες άρχισαν κι έρχονται από Μεσολόγγι και Λαμία με τις άσπρες μπόλιες τους. Γυρίζω μέσα στα έλατα και τα κρύα νερά. Λίγο σκαλώνω στα ψηλά και αγναντεύω τα Βαρδουσία και το Βελούχι. Σήμερα αγνάντεψα τ' Αραποκέφαλα και το Ζυγό του Μεσολογγίου. Το Κρίκελο το βλέπω συχνά και συχνά μιλώ για τους Γιολδασαίους και το Στάνου. Τέλος αν θέλεις να έρθεις δεν θα χάσεις. Ό,τι πρέπει να πάρεις μαζί σου είναι κανένα σκέπασμα και κανένα φιλολογικό βιβλίο, γιατί εγώ αναγκάστηκα να μην έχω πολλά πράγματα να μην πάρω άλλ' από τα βιβλία της επιστήμης μου και τον Όμηρο.
Αλήθεια αυτή την επιστήμη τώρα την αγάπησα. Κάτ' από την αιγίδα της, είδα τα θαυμάσια της θάλασσας και τώρα βλέπω τα θαυμάσια των βουνών. Η ανάβασίς μου από Λαμίας έως εδώ, ήταν έν' αδιάκοπο μεθύσι. Ακόμη είμαι μεθυσμένος μ' όλας τας αισθήσεις και δεν ξέρω τι να σου γράψω. Υποθέτω ότι η κοιτίς των προγόνων μου, τα βουνά ήσαν, και αλλοιώς δεν ημπορώ να εξηγήσω τη λατρεία μου σ' αυτά και την απέχθεια μου στον κάμπο. Τέλος αν βαστήξει αυτός ο ενθουσιασμός έως τον Αύγουστο θ' αποφασίσω να κλεισθώ εδώ όλον το χειμώνα για να ιδώ μ' όλην την αγριότητα της τη φύση!                                                                

 
 

Χαίρε. Σε φιλώ περιμένοντας σε.
Ανδρέας Καρκαβίτσας.                                                                 

 

(Αυτό το γράμμα είχε δημοσιευθεί το 1938 στο περιοδικό "Πνευματική Ζωή", που το διευθύνει ο Μ. Σταφυλάς από το 1988)

Μας έφαγε πολλή ώρα ο Καρκαβίτσας γι' αυτό και στη συνέχεια επιλεκτικά θα δούμε κάποιες περιγραφές σημαντικών Ελλήνων λογοτεχνών και κάποια ποιήματα που υμνούν την ευρυτανική φύση.
Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος προλογίζοντας τα "Διηγήματα" του Παπαντωνίου λέει πως "Ξεκίνησε παιδί σχεδόν από το Καρπενήσι και ροβόλησε, σωστότερα πες, κι έγινε ο λεπταίσθητος και λεπτότεχνος περιπατητής του κήπου του Λουξεμβούργου... Η Ρούμελη δεν είναι ασυνήθιστη σε κάτι τέτοια. Πολύ συχνά τη φυσική της τραχύτητα, εκείνο το μονοκόμματο και το αλάξευτο, την μεταμορφώνει σε βελούδινη ευαισθησία και σε γόνιμη αβρότητα... Ο Παπαντωνίου με το λιγνό ραβδάκι στο χέρι, εξέλιξη της αρχέγονης γκλίτσας που τον βοηθούσε κάποτε να σκαρφαλώνει στις βουνοπλαγιές της πατρίδας... Κι ολοένα συλλογιέται το Καρπενήσι εκείνη την κατάψηλη Ρούμελη την ευσκιόφιλη, την απόκρημνη, την πεντάφτωχη, τη Ρούμελη την αρσενική με την αδάμαστη παλληκαριά, με την ανοιχτοματιά και την ανοιχτοκαρδιά και με την αδιάκοπη στέρηση... Κι όταν έγραφε τα "Ψηλά Βουνά" θυμήθηκε τα παιδιάτικα χρόνια του, το Καρπενήσι, την ανοιχτή φύση, τα δέντρα, τα νερά, τα λιβάδια, τα καταράχια. Ξύπνησε με το μαγικό ραβδί της νοσταλγίας το γαλήνιο παιδί που λαγοκοιμόταν μέσα του...
"
Νομίζω πως αυτό το παιδί κοιμάται μέσα μας και αντί να το ξυπνήσουμε, μας ξυπνάει και μας γυρίζει πίσω σε κάποια χρόνια που τα θεωρούσαμε όμορφα γιατί δεν ξέραμε τις ασχήμιες της ζωής.
Ο ίδιος ο Παπαντωνίου σ' ένα διήγημα "Το φουστάνι της Λελούδας" θυμάται το ευρυτανικό περιβάλλον και γράφει: "Το χωριό βουβό, με κάποιο λάλημα πετεινού ή κουδούνισμα μουλαριού εδώ κι εκεί, σε μια από τις νεκρές του συνηθισμένες ώρες, με τα μεγάλα χαγιάτια του αδειανά, τις πόρτες του τρύπες, με τις φράχτες του που άνθιζαν και τους τοίχους του που έρεβαν, ήταν βυθισμένο στη δουλειά και στη μοίρα χωρίς παράπονο για κείνο που ήρθε κι έτοιμο πάντα για κείνο που έχει ναρθεί. Ψηλά στην εκκλησιά ο παπάς, έχοντας τελειώσει τον εσπερινό, καθόταν κατά τη συνήθεια του κάτου απ' το ψηλό και πυκνό πουρνάρι του αυλόγυρου κι αυτήν την ώρα μιλούσε μ' ένα λαμπαδιασμένο σύννεφο, σταματημένο κάτου από το Γερακοβούνι...".
Απ' τα περισσότερα κείμενα του Παπαντωνίου αναδύεται όχι μόνο το φυσικό περιβάλλον της Ευρυτανίας αλλά και οι άνθρωποι του σαν τον Μπιλιόνα με τις δέκα γίδες του, σαν το τραγούδι της μάνας του (Τρία σύννεφα τεξίδευαν / τραγουδά το σιγά / τρία σύννεφα ταξίδευαν / κατά το Καρπενήσι), σαν το Γεροβοσκό και πάνω απ' όλα τη λαχτάρα του για τη μάννα του τη Ρούμελη "Ψηλά που με νανούριζες καϋμένο Καρπενήσι".
Αξίζει να θυμηθούμε λίγες αράδες από τις πολλές που έγραψε ο Δημήτρης Λουκόπουλος για την Ευρυτανία. Στο "Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος" του Δροσίνη πρωτοδημοσίευσε τα κείμενα του με τίτλο "Στα λημέρια του Κατσαντώνη" (αργότερα το έβγαλε και σε βιβλίο). Γράφει: "Πήγα στ' Άγραφα... Προσκύνησα τα άγια χώματα που πότισε ο ιδρώτας και το αίμα τόσων και τόσων κλεφτών. Είδα τα σύρματα που πάτησαν τα πόδια τους (σύρματα λέμε τα μονοπάτια) τα μοναστήρια που παίρναν ψωμί, τα ασημένια καντήλια που κρεμούσαν στους Αγίους... Τι τόπος είναι και κείνος. Τέτοιος έπρεπε να 'ναι είπα για να θρέψει τέτοια λιοντάρια... Ας λέμε πως πέθαναν, κείνα τα παλληκάρια Δεν πέθαναν, ζουν ακόμα. Ολοζώντανα γυρίζουν τα χωριά από στόμα σε στόμα. Λες και περπατούν οι ίσκιοι τους να ιδούν τα λημέρια που λημέριαζαν, τις βρύσες πόπιναν νερό, τις διάβες που έπιαναν για πόλεμο. Οι κόνες που φίλησαν μυρίζουν απ' το χνώτο τους...
"
Ο Γιώργος Αθανασιάδης - Νόβας εξάλλου προλογίζοντας τα "Άγρια και ήμερα του βουνού και του λόγγου" του Στέφανου Γρανίτσα επισημαίνει "Ροβόλησεν από τα κορφοβούνια των Απεραντίων πάνοπλος και στην ψυχή και στο πνεύμα... Η ιστορική παράδοση της κλεφτουριάς και του αρματολισμού, η φυσική μεγαλοπρέπεια των ευρυτανικών βουνών και λόγγων, η θυμοσοφικά κατασταλαγμένη εμπειρία του λαού των χωριών είχαν πλουτίσει τον Στέφανο Γρανίτσα με πολύτιμο κεφάλαιο γνώσεων, θεωριών κυρωμένων με τη χρυσή σφραγίδα της πρωτοτυπίας και της γνησιότητας. Με την παρουσία του είχε πνεύσει στον πνευματικό κόσμο των Αθηνών δροσερός κατεβατός των Αγράφων αέρας αρωματισμένος από θυμάρι κι αγράμπελη..."
Ο ίδιος ο Αθανασιάδης-Νόβας, ως Γιώργος Αθάνας πλέον, στα "Τραγούδια των βουνών" θυμάται σε πολλά ποιήματα την Ευρυτανία.

  Τους στίχους μου όσοι ακούστε τους φτωχούς
θάναι ως ν' ακούστε απ' το Βελούχι πέρα
σε γνήσιους ρουμελιώτικους νηχούς
να παίζει ένας τσοπάνος τη φλογέρα.
 

Και ένα άλλο για την Μπρουσιώτισσα:

  Μπρουσοταμένος βρέθηκα σε μάννας παρακάλια
αφόντας ήμαν εύζωνας κι ήμαν μπροστά στη μάχη 
Μοναχογιοί δε γύρισαν, άφησαν τα κοκκάλια
σε νοτισμένη λαγκαδιά, σε χιονισμένη ράχη.

Εσύ που καλογύρισες μη λησμονάς το τάμα
Κινάμε πάμε στον Προυσό, μαζί μ' εμάς χιλιάδες...
Μεγαλομάτα Παναγιά, το ζωντανό σου θάμα
γονατιστές δοξάζουνε μες στη σπηλιά οι μαννάδες.
 
 

Ο Ρήγας Γκόλφης, σπουδαίος ποιητής του καιρού του δεν ξεχνούσε την Ευρυτανία και το περιβάλλον της. Ένα μονάχα με τίτλο "Καρπενήσι" θα θυμηθούμε:

  Το παράθυρο μου ανοίγω
Λάμπει ωραίος αυγερινός
Με την κονταυγή σε λίγο
μέλι στάζει ο ουρανός.

Ανασαίνω τη γαλήνη
στ' αεράκι του βουνού
Ώρα μυστική που σβήνει
το ανατάραγμα του νου.

Άϋλα πέρα ξεχωρίζουν
των ελάτων οι κορφές
και στην άχνα τριγυρίζουν
των προγόνων οι μορφές,

πάνω από έγνιες κι από μίση
κόσμου αχάριστης τιμής
που όπως χάρηκαν τη ζήση
έτσι δεν μπορούμε εμείς.
 
 

Κι ο λυρικότατος εκείνος ποιητής ο Θανάσης Κυριαζής πολλά ποιήματά του τα έχει εμπνευσθεί από την Ευρυτανία.

  Οι ντζιντζικιές οι φέλπινες
με τις λουίζες ταίρι.
Να λέει το μοσχοβόλημα
πως ήρθε καλοκαίρι.

Και τα μαντριά ασημόκυπρα
στον ίσκιο και στη φτέρη
Να μας μηνάει το βέλασμα
πως ήρθε καλοκαίρι.

Κι αλλού
Το γράμμα κακορίζικο
κι η επιγραφή όλο λάθη
"Κώσταινα Ντούλα στ' Άγραφα
"
 το πήρε κι ετρελλάθη...
 
 

Είναι η δόλια η ξενιτιά του παιδιού που παίρνει των ομματίων του και φεύγει γιατί δεν το σηκώνει ο τόπος.
Κι ο Παλαμάς όταν παρακαλούσε στις "Εκατό φωνές": "Πάρτε και φέρτε με ψηλά στα Καρπενήσια", τα βουνά της Ευρυτανίας τραγουδούσε:

  Βουνά ψηλά, βουνά ισκιερά
βουνά γυμνά, βουνά πρασινισμένα
μικρός κι αν είμαι αισθήματα τρανά
γεννάτε μέσα μου και ταιριασμένα
 

Και στον Έκτο Λόγο της "Φλογέρας του Βασιληά" πάλι τα βουνά μας θα θυμηθεί:

  Ω! νερομάνες, ω πηγές, ω ανάβρες, ω βρυσούλες
είσαστε σεις οι ξωτικές και σεις οι αμαδρυάδες.
 
 

Αν θέλαμε να θυμηθούμε όλους τους ποιητές και τους πεζογράφους που εμπνεύστηκαν από την Ευρυτανία και το φυσικό της περιβάλλον θα θέλαμε ώρες πολλές. Γιατί όλοι όσοι πατούσαν το πόδι τους στην Ευρυτανία ένιωθαν κι έβλεπαν αυτά που τραγούδησε ο Στέφανος Γρανίτσας:

  Απόψε λες κι εγιόμωσαν την κάθε βρύση μάγια
κι ήπιαν οι ράθυμοι βοσκοί κι αγαλλίασαν τα πλάγια
Χοροί στο κάθε ανάραχο, αχοί στο κάθε ρέμα 
χίλιες μορφές υφαίνονται σε μεταξένιο γνέμα
Πάνω στους λόγγους τους γλαρούς και στων γκρεμνών τα' απόσκια
που τα ηλιοβασιλέματα στερνοφιλούν τα μόσκια...
 
 

Σε κάποιο άλλο κλίμα κινείται ο Θόδωρος Σκουρλής με τον "Μαργώνη" του τον κλέφτη της περιοχής του στα παλιά εκείνα ηρωικά χρόνια:

  Λύκος ήταν ο Μαργώνης των Αγράφων
σκότωσε δέκα, πλήγωσε σαράντα
και απάνω στον απλό μικρό του τάφον
γράφτηκε η διαθήκη του για πάντα
"Ν' ακούτε τη φωνή του Κατσαντώνη
Να μη λερώσετε τ' αγνά βουνά μας
Κλέφτες, αντάρτες, βλαχουριά κι ευζώνοι
να πολεμάτε πάντα για τη λευτεριά μας".
 
 

Αυτή είναι η Ευρυτανία. Συνυφασμένη πάντα με τους εθνικούς αγώνες κάτω από ένα δίπτυχο χρέους: Πίστης και Ελευθερίας.
Κι ο Δώρης Ανθής ο αδικοχαμένος ποιητής δένοντας το Θεό, τη φύση και τους γεννήτορες θα μας τραγουδήσει ένα πανηγύρι:

  Στο πανηγύρι του Αη-Λια επάνω τη ραχούλα
εκεί θ' ανέβει ο παπάς ταχιά να λειτουργήσει
Στης εκκλησιάς τ' αυλόγυρο χορός ταχιά θα γίνει
...................................................................
Κι ως το τραγούδι την καρδιά ο πόθος θα λιγώνει
θεός και φύση και γονιοί θα μας θωρούν βλογώντας.
 
 

Και ο Μιχάλης Σταφυλάς το 1962 είχε κυκλοφορήσει μια ποιητική σύνθεση με τίτλο "Ευρυτανία", που ευτύχησε να μεταφραστεί στην Αμερική από τον Ευρυτάνα καθηγητή Παύλο Ν. Χρυσικό και μάλιστα να κάνει δύο εκδόσεις μέσα σ' ένα εξάμηνο. Κι ακόμα ο μουσικοσυνθέτης Ιωσήφ Μπενάκης τη μετουσίωσε σε Μουσική Συμφωνία που παρουσιάστηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή και στην τηλεόραση. Εκείνη η σύνθεση άρχιζε με τούτους τους στίχους καθώς απευθυνόταν στον Ευρυτάνα:

  Ποτέ δεν απόσωσες ακέριο
έν' άσπρο καρβέλι χαράς
στη ζωή σου
κι η ξερή μπομπότα της πίκρας σου
έδωσε το χρώμα της στα παιδιά σου.

Σε ποιο βράχο απίθωσες τα όνειρα σου
και ξέχασες το μονοπάτι που σ' οδήγησε;
Σε ποια κρυόβρυση του βουνού σου
πλένεις τις λαβωματιές σου με τις πετροπέρδικες
και δεν αφήνουν σημάδια τα αίματα σου;
Σε ποιο πηγάδι της καρδιάς σου
βυθίζεις τον πόνο σου
για να δείχνεις ήσυχος, σαν τον γιαλό
που καρτεράει Γενάρη ν' αγριέψει;...
 
 

Όσοι έζησαν εκείνα τα παλιότερα χρόνια της ψωμοχλίψης μπορούν πολύ καλά να καταλάβουν τις Αλήθειες αυτής της Ποίησης. Οι νεότεροι δεν έχουν αυτές τις εμπειρίες. Ευτυχώς.
Κι ο γνωστός περισσότερο στο εξωτερικό Ευρυτάνας αρχιτέκτονας Πάνος Νικολή Τζελέπης σ' ένα του ποίημα λέει:

  Γη φτωχική λιανόκαρπη, γη πονεμένη γη μου
η ομορφιά σου η απέριττη φωτίζει την ψυχή μου...
 
 

Είναι πολλοί οι θαυμαστές του ευρυτανικού φυσικού περιβάλλοντος δικοί μας και ξένοι που με λογοτεχνικά κείμενα το ύμνησαν ξεκινώντας από εκείνη την απροσδιόριστη ψυχική ανάταση και αρμονία που προσφέρει στον επισκέπτη. Προτιμήσαμε να θυμηθούμε μόνο εκείνους που έφυγαν πια από τα επίγεια - σαν ευκαιρία μνημόνευσης τους.
Τελειώνω όμως με μια πληροφορία που είναι και σχετική και άσχετη με τα θέματα τούτου του Συνεδρίου. Σ' ένα βιβλιαράκι του Μανόλη Τριανταφυλλίδη τυπωμένο το 1923 με τίτλο "Τα ντόρτικα της Ευρυτανίας" και υπότιτλο "Συμβολή στα ελληνικά μαστορικά", διαβάζουμε: "Τον καιρό που πρωτοενδιαφέρθηκα για το παραγνωρισμένο και αμελέτητο κεφάλαιο της μητρικής μας γλώσσας δεν ήξερα σχεδόν τίποτε για τα μυστικά ιδιώματα της πατρίδας μας... Η πρώτη αφορμή μου δόθηκε όταν ταξίδευα πρώτη φορά στα βουνά του Καρπενισιού (το νι το γράφει με  ι) μαζί με δυο φίλους φιλοξενημένος στο αρχοντικό σπίτι του Κώστα Τριανταφυλλόπουλου. Ζητούσα τότε να γνωριστώ καλύτερα με την ελληνική φύση και το λαό μας και δε μου απόλειψε το ενδιαφέρον για τη γλώσσα του. Και κοντά στ' άλλα που άφηνα να με διδάσκει ο αγωγιάτης μου μια βραδυά που ανεβαίνουμε στο Βελούχι ήταν πως στο Καρπενίσι έχουν οι χαλκιάδες μια γλώσσα δική τους. Το υλικό όλο αυτό το ερευνώ σε ιδιαίτερη μελέτη που ελπίζω γλήγορα να δει το φως. Σε χωριστή διατριβή θα ερευνηθεί συστηματικά και η ιδιαίτερη γλώσσα του Καρπενισιού...".

(*) Απόσπασμα ομιλίας του Μιχάλη Σταφυλά, με θέμα: "ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ (Λογοτέχνης - Συγγραφέας). Ο Μιχάλης Σταφυλάς γεννήθηκε στη Γρανίτσα Ευρυτανίας το 1920. Φοίτησε στη Νομική Σχολή αλλά διέκοψε γιατί πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Μεταπελενθερωτικά σταδιοδρόμησε στο Δημόσιο απ' όπου συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του Διευθυντή. Κατά τη Δικτατορία απολύθηκε για τρία χρόνια οπότε δημιούργησε τον εκδοτικό οίκο "Πολιτισμός" που κυκλοφόρησε την 10τομη Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια Γραμμάτων και Τεχνών: "Γίγαντες του Πνεύματος" τα περισσότερα κείμενα της οποίας έγραψε ο ίδιος.
Στον λογοτεχνικό τομέα είναι ο πρώτος Έλληνας μελετητής που παρουσίασε στην πατρίδα μας τον μεγάλο Τούρκο ποιητή και φιλέλληνα Νατζίμ Χικμέτ με το πρώτο του βιβλίο. Έκτοτε έχει εκδώσει 20 βιογραφικές-κριτικές μελέτες για 50 Νεοέλληνες λογοτέχνες. Επίσης 6 βιβλία δοκιμίων, 4 μυθιστορήματα, 3 συλλογές διηγημάτων, 2 ποιητικές συλλογές και ένα θεατρικό ("Πατροκοσμάς"). Για τρία χρόνια ήταν συνδιευθυντής του περιοδικού "Νεοελληνικός Λόγος", από το 1973 ως το 1987διευθυντής του περιοδικού "Θεσσαλική Εστία" και από το 1988 ως σήμερα της "Πνευματικής Ζωής", (Διαδέχτηκε τον Μελή Νικολαΐδη). Κάθε χρόνο εκδίδει την "Διαρκή Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας" που βρίσκεται στον 13ο τόμο. Από το 1981 εκλέγεται διοικητικός σύμβουλος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών και κατόπιν της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών (απ' όπου πρόσφατα παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος για την κομματικοποίηση του ιστο­ρικού σωματείου). Είναι αντιπρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Εταιρίας Λογοτεχνίας και μέλος του ΠΕΝ. Έχουν μεταφραστεί κείμενα του στα Ιταλικά, Πολωνικά, Αγγλικά κ.λπ. Βιογραφείται σε ελληνικές και ξένες εγκυκλοπαίδειες. Έχει λάβει μέρος σε πολλά ελληνικά και διεθνή συνέδρια και έχει δώσει εκατοντάδες ομιλίες.

  Για τους Ευρυτάνες λογοτέχνες ανοίξτε και τις σελίδες μας:
- Γραπτός Λόγος
- Η Ευρυτανία στη Νεοελληνική λογοτεχνία      
-
Η ευρυτανική φύση στη λογοτεχνία μας...
 

           Copyright  ©  2007 evrytan.gr                                                                                        Τελευταία ενημέρωση :     06/05/07