|
Η μάχη για να επιβιώσει
είναι σκληρή και δύσκολη. Η γυναίκα του χθες...
Χαροκαμένη από τις αλλεπάλληλες συμφορές, με τα ροζιασμένα χέρια και την
πίκρα στο πρόσωπο και την καρδιά, η ντόπια γυναίκα μπορεί τουλάχιστον να
ελπίζει σ’ ένα μέλλον καλύτερο για τα παιδιά της, την ίδια και τη γη των
πατέρων της. Μέσα από την καθημερινότητά της, στο
φυσικό της περιβάλλον, στα σπίτια, στις
αυλές, στο χωριό της.
Γυναίκες
στυλοβάτης της οικογένειας, μητέρα και
νοικοκυρά. Γυναίκα που νοιάζεται να
μη λείψει τίποτα από τα αγαπημένα της
πρόσωπα, που φροντίζει το σπίτι της,
αξιοποιώντας τα παράγωγα της
κτηνοτροφίας, το γάλα, το μαλλί...
|
 |
 |
"Εις
την Ρούμελην, έγραφε στα 1896 ο Βλάσης
Γαβριηλίδης, αι γυναίκες υπερβάλλουν
τους άνδρες. Κάμνουν χωράφι, θερίζουν
τους αγρούς και δεματίζουν τους στάχυς.
Οι Αμπλιανιώτισσαι μάλιστα, συχνότατα
κόβουν ξύλα. Αυταί τροφοδοτούν όλην την
ξυλείαν εις την Λαμίαν. Ενώ δε πωλούν τα
ξύλα περιφερόμεναι εις τας οδούς,
συγχρόνως γνέθουν με τη ρόκα τους,
κρατούν και δυο - τρία βεδούρια
γιαούρτης, ενώ εις την ράχην τους φέρουν
φορτωμένο το μπεσίκι όπου κοιμάται το
μικρό Αμπλιανιτόπουλο"
. |
Από
το βιβλίο του Βλάση Γαβριηλίδη
"Αι γυναίκες"
(1921) |
Από
" Τα Θεία Δώρα"
του Ζαχαρία Παπαντωνίου |
"Τη
μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το
λαχταρώ ...
Ψηλά που με νανούριζες καϋμένο
Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με
το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να
γεμίση..." |
 |
 |
"...Εις
τις στάνες [οι Αμπλιανιώτισσες] βοηθούν
τους άνδρες εις το άρμεγμα, κοπανίζουν
το βούτυρον, πήζουν τύρον, κουρεύουν
αύται τα ρανιά, χρησιμεύουν αι ίδιαι ως
τσοπάνισσαι με μακράν αγκλίτσαν εις
χείρας, τσαρούχια εις τους πόδας και
κάπαν άνδρικήν επ' ώμων..." |
Από
το βιβλίο του Βλάση Γαβριηλίδη
"Αι γυναίκες"
(1921) |
| Από
το ποίημα του Στέφανου Γρανίτσα : "Απριλιάτικο
βράδυ" |
"Απόψε
λες κι' εγιόμοσαν την κάθε βρύση μάγια
κι' ήπιαν οι ράθυμοι βοσκοί κι'
αγάλλιασαν τα πλάγια
χορός στο κάθε ανάραχο, αχός στο κάθε
ρέμα
χίλιες μορφές υφαίνονται σε μεταξένιο
γνέμα
πάνω στους λόγγους τους γλαρούς και στων
γκρεμών τ΄ απόσκια
και τα λιοβασιλέματα στερνοφιλούν τα
μόσκια..." |
 |
 |
Η
Αμπλιανίτισσα είναι ταπεινή μα και
περήφανη.
Σύμβολο της αξιοσύνης και της
αρχοντιάς της είναι το κατάλευκο
μαντήλι της, η βαμβακέλα, που το φορούσε
μέχρι τα βαθιά γεράματά της και την
έκανε να ξεχωρίζει... |
Από
την εισαγωγικό κείμενο του ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ |
Από
τις "Εκατό Φωνές"
του Κωστή Παλαμά |
"Ακόμα σειέται η λυγαριά / και πάντα ανθεί η
δαφνούλα
Και οι λεύκες είναι ολάργυρες / και
ολόχρυσα τα κίτρα ;
Και με τη σμαλτομάγουλη / της Αμπλιανης
παιδούλα
Η βλάχα η αντρογύναικα / του λόγγου η
πελεκήτρα,
Φεύγοντας προς τα κρύα νερά, / προς τα
ψηλά Βελούχια,
Ξαφνίζουνε τραχύλαλες / του αντίλαλου
ταυτιά,
Και σκούζει σα να δέρνεται / με τα σκληρά
τσαρούχια
Λευκόπετρη στο διάβα της / η ακροποταμιά;" |
 |
|

|
"Η Αμπλιανίτισσα, έγραφε προπολεμικά ο
Δημήτρης Λουκόπουλος, είναι γνωστή στο
Μεσολόγγι. Εδώ κάθε μέρα έρχεται
φορτωμένη απ' τα ριζά του Ζυγού, όπου
ξεχειμάζει, και πουλάει τα ξύλα, τ' αγριολάχανα
του βουνού, τα γαλακτερά του κοπαδιού
της. Λάχανα, πιττολάχανα φ ι λ ι ν ά δ ε
ς ! Ακούς να διαλαλεί κάθε μέρα στα στενά
σοκάκια της δοξασμένης πόλης. Με το
όνομα φιλινάδα είναι γνωστή σ' όλους
εδώ πέρα". |
Η
φωτογραφία και το κείμενο είναι από το βιβλίο του Δ.
Λουκόπουλου "Πως υφαίνουν και
ντύνονται οι Αιτωλοί" |
"Χάιδεψα
μια θύμηση / στο παράθυρό μου
Ήρθε και τραγούδησε / το παλιό όνειρό μου.
Κι ήταν τ' όνειρο γλυκό / πρώτο και στερνό
μου
ήρθε και ξεψύχησε / στη βουή του δρόμου"
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΡΙΓΚΟΥΝΗΣ
|
|
Τις φωτογραφίες
πήραμε από το "Ημερολόγιο 2002" του
Εκπολιτιστικού Συλλόγου Αμπλιανιτών "Ο ΣΤΕΓΚΟΣ", Ηρώων Πολυτεχνείου 2, 30200 Μεσολόγγι.
(Ανήκουν στη συλλογή
του λαογράφου - μελετητή Γιώργου Αικατερινίδη,
Διευθυντή του Κέντρου Λαογραφίας της
Ακαδημίας Αθηνών, που πραγματοποίησε
αξιόλογη έρευνα στην Αμπλιανη το
καλοκαίρι του 1966, καταγράφοντας τα έθιμα,
τους χορούς και τα τραγούδια της).

|