Η Φουρνά
Στη
βορειοανατολική απόληξη των προεκτάσεων του Τυμφρηστού, στη δυτική πλαγιά
του βουνού Προφήτης Ηλίας βρίσκεται το μεγάλο και σημαντικό κεφαλοχώρι της
Φουρνάς, σε υψόμετρο 850μ., έδρα του ομώνυμου δήμου. Επίκαιρη και
στρατηγική θέση της Φουρνάς. Αποτελεί τον πρώτο σταθμό διείσδυσης στην
Ευρυτανία (παλιό δήμο Κτιμενίων από τη Δυτ. Φθιώτιδα. Ακολουθώντας ο
ταξιδιώτης τον αρχαίο στρατιωτικό δρόμο (που έγινε σύγχρονος αμαξιτός) από
την κοιλάδα της Φθιώτιδας στη ρεματιά του Παλιόκ
αστρου
όπου βρίσκεται το πολύ αξιόλογο αρχαίο φρούριο, φθάνει στους αυχένες
Σερμιτζέλη και Ζαχαράκη. Από εκεί ο δρόμος κατηφορίζει κρυμμένος στους
πυκνούς και δασύφυλλους ελατιάδες για να φθάσει στην κωμόπολη αυτή, από την
οποία ξανοίγονται οι δρόμοι προς το εσωτερικό της Ευρυτανίας και πέρα ως τα
θεσσαλικά χωριά των Αγράφων. Ο πρώτος οικισμός ανάγεται στην αρχαιότητα,
όπως το μαρτυρούν υπολείμματα από παλιά τείχη και αρχαίους τάφους που
βρέθηκαν στο λόφο. Αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρχε εδώ κάποιο
σημαντικό κέντρο στης αρχαίας Δολοπίας, που χάθηκε μέσα στο χρόνο για να
ξαναφανεί ο σημερινός οικισμός, η Φουρνά, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας,
στην κατηφόρα που ορίζεται από τους χειμάρρους: Αφορεσμένο, Μαυρομύτη και
Παλιότερνο, που σχηματίζουν το Φουρνιώτικο ποτάμι, που χύνεται στη Μέγδοβα.
Στη λογική αυτής της τοποθεσίας της στηρίζει ο παλιός δάσκαλος Χαραλ.
Χατζηθάνος και το όνομα Φουρνά ή Φουρνάς, σε γένος δηλ. αρσενικό όπως θέλει
εκείνος. Υπήρχε, λέει, κάποτε, κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας ή και τη
βυζαντινή εποχή, στο πέρασμα εκείνο όπου η θέση της κωμόπολης, ένα μονάχα
κτίσμα, ένας φούρνος που έψηνε ψωμί εξυπηρετώντας τους ταξιδιώτες, που
ακολουθούσαν το δρομολόγιο που αναφέραμε πιο πάνω. "Στου φουρνά"
λοιπόν, ονομάστηκε αυτή η τοποθεσία κατά τον Χ.Θ. Έγινε: "στ' φουρνά" (με
συγκοπή του ου από το άρθρο, όπως συνηθίζεται γλωσσικά, στην Ευρυτανία) κι
έφθασε: "στη Φουρνά", δηλαδή σε κύριο όνομα, θηλυκού γένους, με ονομαστική,
η Φουρνά όπως επικράτησε πλέον. Στη "Χάρτα" του Ρήγα Βελεστινλή αναφέρεται
ως Φορνά.
Ο
Φουρνάς εκτός της απαράμιλλης ομορφιάς, έχει και πλούσια ιστορία.
Το 996 μ. Χ, στη θέση “Βουλγάρα” (1653 μ.), οι Ευρυτάνες συνέτριψαν τα
υπολείμματα της στρατιάς των Βουλγάρων του Σαμουήλ, που υποχώρησαν από το
Σπερχειό μετά την ήττα τους εκεί από τον Νικηφόρο Ουρανό. (Βορειότερα είναι
τα Βουλγαρομνήματα (1585 μ.), όπου θάφτηκαν οι Βούλγαροι).
Στις αρχές του 19ου αιώνα, κατά τον Πουκεβίλ, κατοικούσαν στη Φουρνά 400
ελληνικές οικογένειες και δεν υπήρχαν Τούρκοι. Οι Τούρκοι την ονόμαζαν
Κιοστάν ή Κιοστένι, όνομα που προέρχεται από το τούρκικο Κιουχιστάν και
σημαίνει πρωτεύουσα. Πραγματικά, εδώ ήταν η έδρα του κοτζαμπάση και του
λογοθέτη της περιοχής. Σ’ αυτή την εποχή της πρωτοεπαναστατικής και
επαναστατικής περιόδου του ’21 σημειώνεται και η μεγαλύτερη πρόοδος και η
ανάπτυξη της Φουρνάς. Είναι το διοικητικό, το κοινωνικό το εμπορικό, το
οικονομικό και πνευματικό κέντρο των χωριών των τέως δήμων Κτιμενίων και
Δολόπων, των οποίων είναι πρωτεύουσα και μετά την απελευθέρωση (1833 - 1878)
μόνο των Κτιμενίων (ως το 1914). Το δασικό σύμπλεγμα που την περιβάλλει -
ένα από τα μεγαλύτερα της χώρας μας - καθώς και οι βαθιές ρεματιές με τα
μονοπάτια είναι μια ιδιότυπη προστατευτική οχύρωση, που εξασφαλίζει το
καταφύγιο τούτο των σκλάβων που ζητούν λευτεριά.
Την ακμή επιμαρτυρεί ο μεγάλος πληθυσμός της (περίπου 2000 κάτοικοι στις
αρχές του 19ου αιώνα) και προπάντων το υψηλό πνευματικό επίπεδο. Στα 1740
όταν με πατριαρχικό σιγίλιο ιδρύθηκε η μονή Ζωοδόχου Πηγής,
εγκαταστάθηκε πλάι της και η Σχολή των Αγράφων, που ίδρυσε ο ιερομόναχος και
ζωγράφος Διονύσιος και τη λειτούργησε ο ίδιος από το 1744. Ήταν "Σχολή
γραμμάτων", ζωγραφικής, ακόμη και οικοκυρικής. Το έργο του συνέχισαν
φωτισμένοι δάσκαλοι όπως ο ιερομόναχος Θεοφάνης, μαθητής του Γορδίου,
ο Σέργιος Μακραίος και πολλοί άλλοι σοφοί και διάσημοι δάσκαλοι της εποχής.
Το ζωγραφικό έργο του Διονύσιου ήταν σημαντικότατο. Κατά το 1827 η Φουρνά
λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε από τους Τούρκους. Είχε γλιτώσει, όπως φαίνεται,
την πυρπόληση, μετά τη μάχη της Ρεντίνας το 1821. Το 1906 ύστερα από μια
κατολίσθηση της μονής Ζωοδόχου Πηγής χάθηκαν οι μεγάλης αξίας εικόνες του
Διονύσιου, πολύτιμα σκεύη, χειρόγραφα, και βιβλία της βιβλιοθήκης. Ότι
διασώθηκε χάθηκε αργότερα στον Εμφύλιο πόλεμο εκτός από τις 4 μεγάλες
εικόνες του τέμπλου και ελάχιστα άλλα αντικείμενα, που φυλάσσονται με
ευλάβεια στο ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα στην πλατεία του χωριού. (Στη
θέση της Μονής υπάρχει τώρα το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής). Για τη Σχολή της
Φουρνάς δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με την πορεία της μετά τα χρόνια
της πρώτης μεγάλης ακμής της.
Το βράδυ της ανάστασης του 1819, στην πλατεία του χωριού δολοφονήθηκε με
δόλιο τρόπο ο Κώστας Λεπενιώτης, αδερφός του θρυλικού Κατσαντώνη, από
άνθρωπο του Νίκου Θέου, όργανο του Αλή Πασά. (Ο Λεπενιώτης είχε αναλάβει τον
νταϊφά των Αγράφων μετά τον μαρτυρικό θάνατο του αδερφού του στα Γιάννενα το
1808).
Μετά την απελευθέρωση ο πληθυσμός της Φουρνάς ελαττώθηκε κι έφτασε στα μισά.
Η κωμόπολη όμως δεν έχασε το δυναμισμό της κι εξακολούθησε να παίζει
πρωτεύοντα ρόλο στη ζωή των χωριών των Δολόπων σαν εμπορικό, μικρό
διοικητικό και εκπαιδευτικό κέντρο. Το 1892 συστήθηκε ετήσια εμποροπανήγυρη
στη θέση Αη Γιάννη στις 29 Αυγούστου, που εξακολούθησε για πολλά χρόνια να
τελείται κανονικά και με ευρύτερα εμπορικό ενδιαφέρον για την Ευρυτανία και
Δυτ. Φθιώτιδα, ενώ κάθε Κυριακή λειτουργούσ
ε
λαϊκή αγορά, που τραβούσε το εμπορικό ενδιαφέρον των γύρω χωριών. Σημαντικό
ρόλο στη ζωή των κατοίκων έπαιζε το εργοστάσιο ξυλείας, που εκμεταλλεύονταν
με πρώτη κατεργασία τα δάση της περιοχής. Στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο έπαιξε
μεγάλο ρόλο στην Εθνική Αντίσταση κατά των κατακτητών.
Από το 1851, λειτουργεί στην κωμόπολη Δημοτικό Σχολείο αλλά και τριτάξιο
Ελληνικό Σχολείο - Σχολαρχείο, στο οποίο φοιτούσαν παιδιά από τη γύρω
περιφέρεια ακόμα κι από τα χωριά του Ανατ. Τυμφρηστού (Φθιώτιδας). Στη
μακρόχρονη λειτουργία του απόχτησε ιδιαίτερη καλή φήμη με σχολάρχη τον
ιερομόναχο Δημ. Μπάζα. Μετά την κατάργησή του, λειτούργησε από το 1931 ως
παράρτημα του Γυμνασίου Καρπενησίου το Ημιγυμνάσιο Φουρνάς, ενώ το 1962
Ιδρύθηκε στην αρχή το Τριτάξιο και κατόπιν (1975) το Εξατάξιο Γυμνάσιο
Φουρνάς. Τα τελευταία χρόνια λειτουργούν εδώ τριτάξιο Γυμνάσιο και στις
λυκειακές με αριθμό μαθητών που συνεχώς μειώνεται. Στεγάζονται σε ωραίο
σχετικά νέο δημόσιο κτίριο. Να σημειώσουμε τέλος, ότι ο σεισμός των 6,2
Ρίχτερ, που έπληξε την Ευρυτανία στις 5 Φεβρουαρίου 1966, ερείπωσε ένα μέρος
από την όμορφη Φουρνά, αλλά το πλήγμα ξεπεράστηκε γρήγορα.
Εκτός της ευρυτανικής φιλοξενίας και υλικής προσφοράς, οι ίδιοι οι κάτοικοι
είχαν ενεργό συμμετοχή στη μεγάλη υπόθεση της ελευθερίας, όπως ο Μήτσος
Τραχανής (1918-2002), φοιτητής της νομικής τότε, μετέπειτα δικηγόρος, ένας
από τους θεμελιωτές - δημιουργούς των Θεσμών Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής
Δικαιοσύνης. Η Φουρνά είναι η γενέτειρα πολλών επιφανών προσώπων της
πολιτικής μας ζωής, όπως του Γεωργίου Μπουρδάρα (1888-1959) και πολλών
άλλων, που αναφέρονται σε σχετική σελίδα.
Η Βράχα
Γραφικό
χωριό σε υψόμετρο 880 μ., αναγνωρίστηκε αρχικά με το Β.Δ. 31-8-1912 (ΦΕΚ.
Α/261). Στο χωριό ξεχωρίζουν, ο μεγάλος πλάτανος στην πλατεία του χωριού,
(μάρτυρας πολλών γεγονότων), ο επιβλητικός ναός του Αγίου Νικολάου και το
κυρίως Β. της Βράχας, κουρνιασμένο στο ψηλότερο μέρος μιας τρίστρατης
βραχώδικης και μαγευτικής τοποθεσίας, το παλιό μοναστήρι της
Μεταμόρφωσης του Σωτήρα.
Εδώ στεγάστηκε κατά την Τουρκοκρατία η "των κοινών γραμμάτων
Σχολή της Βράχας". Το εκκλησάκι, που κι εδώ μόνο απέμεινε από το
μοναστηριακό του συγκρότημα, χτίστηκε "εκ βάθρων και θεμελίου εν έτει
ΑΨΜΕ΄(=1745)", επί Δαμάσκηνου ηγούμενου και με δαπάνη των
Αγιατραδιτών Γεωργίου, της γυναίκας του Αφέντως, και του γιου των Δημητρίου.
Οι τοιχογραφίες του τέλειωσαν στις 15-8-1758 ίσως από τους γνωστούς μας δυο
Γεωργίους αγιογράφους. Έχει φορητές εικόνες με χρονολογίες 1663, 1664 και
1784. Υπήρξε οπό τα πιο φιλόξενα μοναστήρια της Ευρυτανίας και ένα από τα
καλύτερα κρησφύγετα των κλεφταρματωλών και το προσφιλέστερο του Καραϊσκάκη.
Διατήρησε σχολείο κοινών γραμμάτων με δάσκαλο το λόγιο ηγούμενο Δαμασκηνό
ίσως και τον ηγούμενο Γρηγόριο τον στιχοπλόκο και στα 1822 τον ηγούμενο
Ιωνά. Τρόφιμοι του ιερομόναχοι υπήρξαν ο Αγάπιος, ο Ιάκωβος, ο Ιωσήφ, ο
Παπαδημήτρης Ζωναράς κ.ά. Έχει άριστα διατηρημένες τοιχογραφίες και εικόνες
και από 'δω απολαμβάνει κανείς τη μαγευτική θέα προς το Φουρνιώτικο ποτάμι
και την απόκρημνη Τσούκα.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, καταδιωκόμενος από τουρκικό τμήμα του Σούλτζε
Γκόρτσα (και των συνεργαζομένων τότε μ' αυτόν Στουρνάρα κ.ά.) έφθασε
άρρωστος στις 16 Μαΐου του 1824 στο Μοναστήρι αυτό της Βράχας. Ο διώκτης του
Γιαννάκης Ράγκος και ο Ν. Στουρνάρης μαζί με τούρκικα στρατεύματα του
επιτίθενται με στόχο να τον εκδιώξουν από το αρματολίκι των Αγράφων. Το
πρωτοπαλίκαρο του Αντώνης Ζαραλής, (από το Σύντεκνο του Βάλτου), με το τμήμα
του Καραϊσκάκη αναγκάστηκε να δώσει μάχη τότε κατά των επιτηθέμενων, που
κράτησε όλη την ημέρα στη θέση «Κουκιά» της Βράχας, στην οποία σκοτώθηκαν
μερικά παλικάρια του Καραϊσκάκη, ανάμεσα στα οποία κι ο Ζαραλής. Ύστερα δε
από αγώνα ηρωικό, με ανάλογη φθορά των Τούρκων, το τμήμα μαζί με τον
Καραϊσκάκη, μπροστά στην υπέρτερη εχθρική δύναμη, συμπτύχθηκε και στη
συνέχεια κατευθύνθηκε και έφτασε στο Καρπενήσι, όπου εκεί οι Γιολδασαίοι τον
πήραν φιλοξενούμενο στη Δομνίστα για ανάρρωσή του. [Θα πρέπει εδώ να
σημειωθεί ότι στο σελάχι του γενναίου παλικαριού Αντώνη Ζαραλή είχαν βρεθεί
δυο επιστολές από τη Διοίκηση Δυτικής Στερεάς που του συνιστούσαν "να
δολοφονήσει τον αρχηγό του (Καραϊσκάκη) και η Πατρίς θέλει τον ανταμείψει".
Το τίμιο όμως εκείνο παλικάρι αρνήθηκε να κάνει την ατιμία που ήθελε ο
Μαυροκορδάτος. Ο Καραϊσκάκης από το Μοναστήρι της Βράχας άλλα σχεδίαζε. Είχε
στείλει μάλιστα γράμμα, με ημερομηνία 15 Μαΐου 1824, στους καπεταναίους που
ήταν στρατοπεδευμένοι στο Καλεσμένο (Ευρυτανίας) και αφού τους γνώριζε τις
τότε εναντίον του τούρκικες και ντόπιες κινήσεις, τους έγραφε: "Εγώ
έρριψα το ορδί μου εδώ στη Βράχα και όπου αν το βρίσκετε εύλογο να
ανταμωθούμε και να τους ριχτούμε να πάρωμε τα Τρίκαλα σε εικοσιτέσσερις
ώρες... γιατί οι Τούρκοι είναι χωρίς καμμία δύναμιν καταπαγωμένοι και να
ιδήτε και με τα μάτια σας πώς είναι οι τουρκολάτρες που έκαμαν τόσα εμένα"].
Μια εκδοχή για το πως οικίστηκε το χωριό Βράχα αναφέρει ότι κατά τα χρόνια
της τουρκοκρατίας στη Φθιώτιδα και στη θέση όπου σήμερα βρίσκεται το χωριό
"Παλαιοβράχα" υπήρχε χωριό με την ονομασία "Βράχα".
Κάτοικοι εκείνου του χωριού σκότωσαν κάποτε έναν τούρκο φοροεισπράκτορα,
επειδή τους φέρθηκε πολύ σκληρά. Τούρκικος στρατός επέδραμε τότε στο χωριό
και το κατέστρεψε τελείως, οι δε κάτοικοι του για να αποφύγουν τη σφαγή και
τους βανδαλισμούς, διασκορπίστηκαν και εγκαταστάθηκαν σε διάφορα άλλα ορεινά
χωριά. Μερικοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν στο χωριό Ψιανά, ενώ μια ομάδα
κατέφυγε στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα η Βράχα και εγκαταστάθηκαν εδώ,
αφού βρήκαν νερό και μεγάλα βοσκοτόπια. Έτσι ο οικισμός που δημιούργησαν
πήρε το όνομα "Βράχα", του χωριού της καταγωγής τους. Ύστερα
από χρόνια απόγονοι κατοίκων της παλιάς Βράχας Φθιώτιδας, που είχαν
εγκατασταθεί σε διάφορα γειτονικά χωριά, θυμήθηκαν τη γη των προγόνων τους
και επέστρεψαν στο παλιό χωριό, όπου οι πατεράδες τους είχαν τα χωράφια και
τα αμπέλια τους και έτσι ο νέος αυτός οικισμός ονομάστηκε "Παλαιοβράχα".
(Δυο οι εκδοχές για το όνομα της: Η μια από τον επιβλητικό βράχο της Τσούκας,
που δεσπόζει πάνω απ’ το Μοναστήρι της και η άλλη από το χωριό Παλιοβράχα
της Φθιώτιδας, που αναφέραμε). Μετά τους σεισμούς του 1963, οι περισσότεροι
κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στο νέο τους οικισμό τη Βράχα Λαμίας, (κοντά στον
σιδηροδρομικό σταθμό Λιανοκλαδίου Φθιώτιδας).
Ο Κλειτσός
Βρίσκεται
Β.Δ. της Φουρνάς σε υψόμετρο 780 μ. Από το 1827 ο Κλειτσός μαζί με το
συνοικισμό Μαυρόλογγο σύστησαν την Κοινότητα Κορίτσας (25-2-1927 ΦΕΚ. Α΄40
1927). Μετονομάστηκε σε κοινότητα
Κλειστού με το Β.Δ. 11-5-1955 (ΦΕΚ. Α΄/157)
και η έδρα μεταφέρθηκε το 1951 από την
Κορίτσα στο Μεσοχώρι.
Η ονομασία του χωριού, όπως προκύπτει
από πατριαρχικά σιγγίλια που διασώθηκαν
και φυλάσσονται στο ναό του Αγίου
Νικολάου του νέου Κορίτσας, είναι παλιά
από το 1784. Παλιότερα, το 1681, ονομάζονταν
Κελζούς και υπάγονταν στον ναχαγιέ
Κιουχιστάν (Δήμο Κτημενίων), εξαρτώμενο
από τον Καζά (Υποδοίκηση) της Γενή - Σεχήρ
(Λάρισας). Σήμερα, επικρατεί η άποψη ότι
το Κλειστός προήλθε από το γεγονός ότι
το μέρος είναι κλειστό από παντού, από
βουνά, και με αναγραματισμό έφθασε στη σημερινή ονομασία.
[Σύμφωνα
με τον Καρπενησιώτη βουλευτή Ευρυτανίας, γερουσιαστή και υπουργό Ιωάννη
Τσιγκόλη, μια πιθανή εκδοχή για τη σημασία του ονόματος του χωριού, είναι η
εξής: Τρία αδέλφια Κρητικοί με το όνομα Κλειτσάκης, ήρθαν κυνηγημένοι στο
Βάλτο. Από κει ανηφόρησαν για τ' Άγραφα και έφτασαν στο Καρπενήσι. Ο Κώστας
Κλειτσάκης εγκαταστάθηκε σ' αυτό μόνιμα. Ο Γιώργος πήγε στο Μαυρίλο κι
εργάζονταν στους μπαρουτόμυλους. (Αυτός είναι ο γενάρχης των Κλειτσαίων
πούναι στη Μερκάδα και στον Αη Γιώργη Φθιώτιδας). Ο τρίτος, άγνωστο το όνομα
του, ήταν ψηλός και λεπτός, ξερακιανός που λέμε και τον φώναζαν Ξέρα και
Κλείτσο. Ο Κλείτσος πήγε πρωτοπαλίκαρο σε κάποιον κλεφτοκαπετάνιο, μέχρι να
εγκατασταθεί τελικά κάπου στο χώρο πούναι σήμερα το χωριό Κλειτσός κι απ'
αυτόν πήρε τ' όνομα του]. Ο Κλειτσός αποτελείται από τρεις συνοικίες: τον
Πλάτανο, το Μεσοχώρι και την Κορίτσα που είναι η πολυπληθέστερη συνοικία.
Εδώ υπήρχε πολύ πριν
από το 1637, το περιώνυμο μοναστήρι της "Κορίτσας"
όπου φυλάσσονται τα λείψανα του
Ευαγγελιστή Λουκά και στη θέση του
σήμερα υπάρχει ο ενοριακός ναός του
Αγίου Νικολάου του Νέου. Ο
Κλειτσός είναι πατρίδα του νεομάρτυρα Αγίου Κυπριανού που μαρτύρησε στην
Πόλη την 5η Ιουλίου 1679. [Στον Κλειτσό ανετράφη από τους γονείς του και
έμαθε τα πρώτα του γράμματα και κατόπιν ενεδύθη το μοναχικό σχήμα και απήλθε
στο Άγιο Όρος. Εκεί έγινε ένθερμος ζηλωτής του Χριστού και είχε μεγάλη
εκτίμηση από τους πατέρες του Άθω. Τόσο δε ήταν αναπτυγμένη η Χριστιανική
του πίστη, ώστε πήγε στη Θεσσαλονίκη και κήρυξε τον αληθινό Θεό, ακόμη και
στις τουρκικές αρχές, όπως χαρακτηριστικά στον Τουρκοδικαστή που του είπε:
"Ήλθα να φανερώσω εις εσένα και στους λοιπούς ομοπίστους σου
Αγαρηνούς το μέγα και ολέθριο σκότος που έχετε εις τας φρένας σας και δεν
δύνασθε να ιδήτε και να καταλάβετε την αλήθειαν και την κατά πάντα
λαμπροτέραν διδασκαλίαν και το Ιερό Ευαγγέλιο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού".
Στη συνέχεια επήγε στην Πόλη και με θαυμαστή παρρησία εμφανίσθηκε στον ίδιο
τον Βεζύρη προς τον οποίον απηύθυνε τους ιδίους λόγους και τον κάλεσε να
προσχωρήσει στην χριστιανική θρησκεία, διότι ο δικός του Μωάμεθ ήταν
απατεώνας. Προ αυτής της καταστάσεως ο Βεζύρης εξοργισθείς τον παρέπεμψε
στον Τούρκο "νομοκράτορα", ο οποίος τελικά διέταξε την
εκτέλεση του στο "Φανάρι"].
Κοντά βρίσκεται και η
κορυφή "Βουλγάρα" όπου στα
996 μ.Χ. έγινε σπουδαία μάχη μεταξύ των
Βυζαντινών και των Βουλγάρων, που
οδήγησε στην πλήρη εξόντωση των
αλλοφύλων. Κοντά επίσης, βρίσκεται
και "του Λιάζμπεη το μνήμα",
όπου ο μεγάλος ρουμελιώτης ήρωας
Κατσαντώνης, συνέτριψε το 1825 τις
δυνάμεις του Τούρκου Ελιάζμπεη.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι του Κλειτσού
και της πατρίδας άξιο τέκνο υπήρξε ο πρωταγωνιστής της νίκης του 1940
στον Ελληνοιταλικό πόλεμο στρατηγός
Χαράλαμπος Κατσομήτρος, ο οποίος, με την
υπ' αυτού διοικούμενη 8η Μεραρχία, διατάχθηκε τρεις φορές να συμπτυχθεί στην
Άρτα. Στην τρίτη διαταγή απάντησε: "Ουδαμού η στρατιωτική Ελληνική
Ιστορία αναφέρει σύμπτυξη Ελληνικών Στρατευμάτων"...
