Οικονομία-Εργασία   Χάρτης Καρπενησίου-Ποταμιάς www.evrytan.gr
       "Ευρυτανικές Σελίδες", με τη συμβολή του "Πολιτιστικού Συλλόγου Καρπενησίου"       
           Αρχική Επάνω Περιεχόμενα Αναζήτηση Επικοινωνία

bullet

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ – ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ
Ο Νομός Ευρυτανίας σήμερα παρουσιάζει χαμηλή οικονομική ανάπτυξη, που τον καθιστά τον προβληματικότερο στην περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας. Οι παράγοντες που συντελούν στον προβληματικό του χαρακτήρα, είναι το έντονο ορεινό ανάγλυφο, η συνεχής πληθυσμιακή συρρίκνωση, η δομή της μικρής απασχόλησης, όπου το μεγαλύτερο ποσοστό του ενεργού πληθυσμού του απασχολείται με τον πρωτογενή τομέα, ο μικρός αριθμός καταστημάτων στη μεταποίηση, η έλλειψη βασικής γεωργικής υποδομής, καθώς και βασικών υποδομών.
Εν τούτοις, ο Νομός διαθέτει πλούσιο υπέδαφος σε ανεκμετάλλευτους πόρους (φλύσχη, σχιστόλιθο), ευρείες δυνατότητες άρδευσης (τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών, παραπόταμοι του Αχελώου, μεγάλη δασοκάλυψη και πλούσιο ξυλώδες κεφάλαιο, (7.100.000 κυβικά μέτρα), εξαιρετική φυσική ομορφιά, θρησκευτική, ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά, ενώ στο Καρπενήσι λειτουργεί παράρτημα του ΤΕΙ Λαμίας (Τμήμα Δασοπονίας), που ενισχύει την οικονομική ζωή της περιοχής.
 

(Πληροφορίες αντλήσαμε από το site του Επιμελητήριου Φθιώτιδας - Ευρυτανίας:     http://www.fthiotidoscc.gr/.
Περισσότερους δείκτες για την περιοχή αναζητείστε στη σελίδα "Δείκτες"  της Νομαρχίας Ευρυτανίας).

sites για την οικονομία Μετατροπέας Νομισμάτων

 
bullet

Βιομηχανία. (Δεν υπάρχει βιομηχανία πλέον στην Ευρυτανία)
- Πειραϊκή-Πατραϊκή. (Ιδιωτικό εργοστάσιο του Χρ. Κατσάμπα αρχικά και κρατικοποιημένο αργότερα. Λειτούργησε την περίοδο  1987-1998, με 400 περίπου εργαζόμενους. Σήμερα οι κτιριακές του εγκαταστάσεις έχουν πουληθεί σε ιδιώτη).
- ΔΑΒΙΕ. 
(Δασικές Βιομηχανίες. Κρατικό στο Καρπενήσι, με πριστήριο στη Φουρνά. Λειτούργησε στα 1986-1997, με 170 περίπου εργαζόμενους. Σήμερα οι κτιριακές του εγκαταστάσεις έχουν πουληθεί σε ιδιώτες).                   
- ΠΥΒΕ.
(Πυρολιτική κρατική Βιομηχανία στη Βούλπη. Άρχισε να κατασκευάζεται το 1986, αλλά δεν λειτούργησε ποτέ αφού η  θεωρήθηκε ως ασύμφορο).
 

bulletΒιοτεχνία. (Θα ενημερωθεί σε επόμενη έκδοση)
bulletΣυνεταιρισμοί. (Θα ενημερωθεί σε επόμενη έκδοση)
bullet

Επισημάνσεις. Στη βιοτεχνία ανήκαν παλιότερα οι τσαγκαράδες, οι ράφτες, οι σιδεράδες (χαλκιάδες) και οι κασσιτεροποιοί του Παραδοσιακός ΑργαλειόςΚαρπενησιού και των περιχώρων του. Άντεξαν και κυριάρχησαν μέχρι τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης, όταν τροφοδοτούσαν με τσαρούχια και φορεσιές  (φουστανέλες, κάπες)  τους στρατιώτες των συνόρων, τα οποία κατά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους (1833) ήταν στα όρια της Ευρυτανίας.
Στα χωριά οι μαραγκοί και οι τεχνίτες έφτιαχναν βαρέλια και σαμάρια, ενώ οι γυναίκες ύφαιναν σκεπάσματα, στρώματα, τρουβάδες και ρουχισμό... 
(Διαβάστε τη σελίδα μας "Συντεχνίες" της Ευρυτανίας).
- Στο χωριό Προυσός, ο τότε ιδιοκτήτης της Πειραϊκής - Πατραϊκής Χρυστόφορος Κατσάμπας, είχε ιδρύσει (1928 -1929) ταπητουργείο, που απασχολούσε 20 κορίτσια.
- Οικοκυρική Σχολή λειτούργησε για αρκετά χρόνια στο Καρπενήσι, ενώ υφαντουργεία με τις αντίστοιχες σχολές τους ιδρύθηκαν από το κράτος στο Μεγάλο Χωριό, την Παλαιοκατούνα και αλλού...

bullet

ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΑΣΧΟΛΙΕΣ
Κατά την τουρκοκρατία, αρκετοί κάτοικοι της περιοχής γίνονται έμποροι και αγωγιάτες ή κιρατζήδες. Εκατοντάδες οργανωμένα καραβάνια διασχίζουν τον βαλκανικό χώρο. Το καραβάνι συνοδεύουν φορτοεκφορτωτές, προμηθευτές ζωοτροφών, ο αρχηγός, καθώς και η ένοπλη φρουρά για την ασφάλειά του. Συνήθεις σταθμοί τους τα χάνια. Με την οικονομική λειτουργία του καραβανιού συνδέεται ένας ευρύς κύκλος ανθρώπων, που αντιπροσωπεύουν ποικίλες βιοτικές δραστηριότητες: παραγωγοί βιοτεχνικών προϊόντων, τσελιγκάδες, τεχνίτες σαμαριών, πεταλωτές, σιδεράδες, μαραγκοί, χαλκουργοί, αργαστές δερμάτων ή ταμπάκηδες, κατασκευαστές μεταφορικών σάκων και σχοινιών (τριχιές), έμποροι αλόγων ή τσαμπάσηδες, χαλινοποιοί και άλλοι.
(Πρόκειται για
παραδοσιακά επαγγέλματα, που λειτουργούσαν στην ευρύτερη περιοχή ως τις αρχές του 20ου αιώνα).
Προηγείται η υφαντουργία και τα συμπληρωματικά της επαγγέλματα και την
υποδηματοποιία ή τσαρουχοποιία. Παράλληλα αναπτύσσεται η επεξεργασία του ασημιού και του χρυσού με προϊόντα που συμπληρώνουν τη γιορτινή ενδυμασία. (Στη Βελαώρα π.χ. κατασκευάζονταν παλιά διάφορα κοσμήματα, όπως: δακτυλίδια, βραχιόλια, σκουλαρίκια, περιδέραια, καρφίτσες, κομματιαστές ζώνες με παραστάσεις, αλυσίδες, πόρπες,
μπαρουτοθήκες κλπ.).
Υποδηματοποιός του Καρπενησιού
Επίσης, αναπτύσσονται η χαλκουργία, με τους μπακιρτζήδες της, τεχνίτες που έφτιαχναν  δοχεία, τεντζερέδες, κατσαρόλες, πιάτα, μαχαιροπίρουνα, καζάνια, κόσκινα, βάζα κ.α. περίφημοι ήταν οι καλατζήδες των Αγράφων. Στον Προυσό λειτουργούσε εργαστήριο, που κατασκεύαζε καμπάνες για πώληση, ενώ ονομαστοί ήταν οι φαναρτζήδες του Τυμφρηστού, που έφτιαχναν φανάρια για τους αγωγιάτες και τους κατοίκους. Σε άλλα χωριά  των Αγράφων, υπήρχαν τεχνίτες της οπλοποιίας, που κατασκεύαζαν πιστόλια, σπαθιά, βάθρα και περιβλήματα καριοφιλιών και λαβές όπλων από κέρατα κριαριών. (Η εκρηκτική ύλη στην αρχή παράγεται χειρωνακτικά, αλλά αργότερα αναπτύσσεται στο Μαυρίλο Τυμφρηστού βιοτεχνία με 12 μπαρουτόμυλους, που τροφοδοτεί ολόκληρη την περιοχή).
Οι περισσότεροι τεχνίτες και βιοτέχνες της Ευρυτανίας είναι οργανωμένοι σε κλειστές
συντεχνίες, ενώ το επάγγελμα κληροδοτείται από τον πατέρα στο γιο, παράδοση που σπάει σπάνια. Στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιούν και κρυφή συνθηματική γλώσσα για να διαφυλάσσουν τα μυστικά και κυρίως την τέχνη τους.
Ο επαγγελματικός βίος αναπτύσσεται και οργανώνεται σε στάδια, όπως και παρακμάζει στη συνέχεια. Το ίδιο και τα επαγγέλματα που γεννιούνται, αναπτύσσονται, σχηματίζονται και σβήνουν ακολουθώντας τους ρυθμούς της οικονομικής μας ζωής. Οι μηχανισμοί της παραγωγής και της ανταλλαγής συνδέονται άμεσα με τις διάφορες επαγγελματικές ομάδες: βιοτέχνες, κτηνοτρόφους, μεταφορείς, ενώ συνήθως οι ίδιοι παραγωγοί μετέχουν ως πωλητές σε παζάρια, εμποροπανηγύρεις και τοπικές αγορές ή έχουν και δικά τους μεταφορικά μέσα για να τροφοδοτούν τις γειτονικές αγορές. Με τον καιρό, η ανάγκες της τοπικής ανάπτυξης επιβάλουν τη δημιουργία πυρήνων της ελληνικής παιδείας, με τη σημασία που αποκτά το γεγονός.
Η πρώιμη βιοτεχνική ανάπτυξη των Αγράφων και της Ευρυτανίας, συνετέλεσε στον σχηματισμό ενός εμπορευματικού κοινωνικού στρώματος, που άπλωσε τις δραστηριότητές του σε πλατύτερο χώρο, κυρίως στη Θεσσαλονίκη, την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Ανατολική Ρωμυλία και τη Βλαχία.
Από τις σπουδαιότερες λειτουργίες του οικονομικού και κοινωνικού χώρου της περιοχής μας, ήταν τα εμπορικά πανηγύρια και οι ζωοπανηγύρεις: του Καρπενησίου, της Σωτήρας (Ανατ. Φραγκίστα), της Μαγούλας (Τατάρνας), των Λεπιανών και άλλα μικρότερης σημασίας. Τα πανηγύρια αυτά, υπήρχαν από την εποχή της Τουρκοκρατίας, για να επικυρωθούν και να νομιμοποιηθούν αργότερα από το νεοελληνικό κράτος. (Στον Προυσό, το θρησκευτικό και εμπορικό πανηγύρι λειτουργούσε τουλάχιστον από το 1752). Όλα τα πανηγύρια γίνονταν στα μέσα ή προς το τέλος του καλοκαιριού και διαρκούσαν οκτώ με δέκα μέρες. Μόνο το πανηγύρι των Λεπιανών, στο κέντρο 12 χωριών των Απεραντίων, άρχιζε την 1η Νοεμβρίου, με τη συμμετοχή ζωέμπορων της Άρτας και της Θεσσαλίας. Στα πανηγύρια της Σωτήρας και της Τατάρνας οι πιο πολλοί έμποροι ήταν από την  Αιτωλοακαρνανία. Στο Καρπενήσι, το "παζάρι" κρατάει μέχρι σήμερα και δίνει ζωή στην πόλη "τ’ Αη Λιός" και για λίγες μέρες.
(Δέστε και τη σελίδα "Οικονομική ζωή κατά την Τουρκοκρατία").

bullet

Κτηνοτροφία: Το έδαφος της περιοχής σε γενικές γραμμές δεν είναι καλλιεργήσιμο, γι' αυτό οι κάτοικοι είχαν αναπτύξει αποκλειστικά την κτηνοτροφία, από τους αρχαιότατους, ακόμα χρόνους. Εκτός από τους ντόπιους, λόγω των βιολογικών και κλιματολογικών συνθηκών και άλλοι τσοπάνηδες, που συνεργάζονταν στα πλαίσια τσελιγκάτων, όπως, για παράδειγμα, οι Σαρακατσαναίοι ή οι Αρβανιτόβλαχοι νομάδες, μετακινούνταν τους καλοκαιρινούς μήνες, από τους κάμπους στα βουνά των Αγράφων, του Βελουχιού και της υπόλοιπης Ευρυτανίας. Παράλληλα, τα κτήματα στα ορεινά μας χωριά είναι πολύ μικρά και δεν μπορούν να θρέψουν το χειμώνα παρά ένα περιορισμένο αριθμό ζώων. Έτσι, η κάθοδος στα χειμαδιά γίνονταν υποχρεωτική, όταν το κοπάδι ξεπεράσει τα εκατό κεφάλια.

Παλιά, η κάθοδος των Δωριέων δημιούργησε μεγάλης κλίμακας ανακατατάξεις, που γίνονται αισθητές σ’ ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, επηρεάζοντας και την περιοχή μας. Έτσι, η έκρυθμη κατάσταση και το γενικευμένο αίσθημα ανασφάλειας που επικρατούν, συμβάλλουν σε μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών προς τα φυσικά πιο ασφαλή μέρη, υιοθετώντας  παράλληλα έναν νομαδικό τρόπο διαβίωσης, ο οποίος βασίζεται στην κτηνοτροφία και τα προϊόντα της.
Τσοπανόπουλα στα βουνά μαςΗ σημασία της κτηνοτροφίας για τις κοινότητες της Ευρυτανίας ήταν πρωταρχική, όχι μόνο για την επιβίωση του πληθυσμού, αλλά και για την ανάπτυξη των συναφών κλάδων της βιοτεχνίας. Οι κάτοικοι της περιοχής, είναι υποχρεωμένοι να παράγουν τους υλικούς όρους της ζωής τους στο πλαίσιο των δεδομένων της φύσης και την υπάρχουσα τεχνική. Από τα αρχαία χρόνια η κυρίαρχη οργανωμένη μορφή της οικονομίας στην περιοχή είναι η κτηνοτροφία, η οποία απασχολεί το μεγαλύτερο ποσοστό του παραγωγικού πληθυσμού. Σχεδόν δεν υπάρχει οικογένεια που να μην έχει το δικό της μικρό, μεσαίο ή μεγάλο κοπάδι. Διακρίνεται σε: α) οικόσιτη (με τα λίγα ζώα να συντηρούνται στον αχυρώνα του σπιτιού με τροφές από τον περιβάλλοντα χώρο),  β) κοπαδιάρικη χωρική (σε κοπάδια, που απαιτεί, συστηματική απασχόληση από περισσότερα μέλη της οικογένειας, οργανωμένους χώρους και διαρκή φροντίδα) και νομαδική (οργανωμένη σε τσελιγκάτα, που η παραγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων αφήνει πλεονάσματα για διάθεση στην αγορά). Αναπτύσσονται παράλληλα οι διάφοροι κλάδοι επεξεργασίας και μεταποίησης των κτηνοτροφικών προϊόντων, ενώ αρχίζει η βαθμιαία εξάπλωση της διάθεσής τους. Από τον 16ο αιώνα  εγκαινιάζονται ανταλλαγές με την πώληση ζώων, μαλλιών, δερμάτων, τυροκομικών, υφασμάτων, κουβερτών και χαλιών σε Ιταλούς κι Εβραίους εμπόρους των Θεσσαλικών πόλεων. (Το 1719 οι Γάλλοι ιδρύουν στο Μέτσοβο μεγάλο αποθηκευτικό κέντρο, όπου συγκεντρώνουν ποικίλα κτηνοτροφικά προϊόντα και πρώτες ύλες για την υφαντουργία και την βυρσοδεψία και από ’κει μεταφέρονται στα λιμάνια για εξαγωγή). 
Μονοπάτι στα βουνά μαςΤο τσελιγκάτο ήταν ένας πραγματικός οικονομικός αιμοδότης του τόπου. Ακόμα και πριν το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, στην περιοχή υπήρχαν περί τα 70 σαρακατσάνικα τσελιγκάτα, που αριθμούσαν πάνω από 142.000 γιδοπρόβατα. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Άγγλου περιηγητή
William Leake, το ένα τρίτο του πληθυσμού – γυναίκες και άντρες - καταγίνονταν με την επεξεργασία μαλλιών και την υφαντική. Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα υπολογίζεται ότι εξάγονται από την περιοχή μόνο των Αγράφων ετησίως : 40.000 γιδοπρόβατα, 2.000 βοοειδή, 200.000 οκάδες μαλλιά, 100.000 οκάδες βούτυρο, 200.000 οκάδες τυρί, 2.000 οκάδες κερί, 15.000 φορτώματα κρασί από 100 οκάδες το καθένα, συν τα διάφορα είδη σκουτιών ένδυσης και τα κλινοσκεπάσματα. Ύφαιναν τους περίφημους σοφάδες, τους τάπητες, τις περιζήτητες κάπες και το ονομαστό δίμητο, καθώς επίσης και ειδικά λεπτά υφάσματα για τις αντρικές και γυναικείες ενδυμασίες.
                             Μια κόρη Αγραφιώτισσα και μια Αγραφιωτοπούλα,
                     
       Που ο άντρας της στην ξενητιά δώδεκα χρόνια έλ’πε,
                             Μασούριζε, καλάμιζε και λιανοτραγουδούσε,
                             Κι η σαγίτα τ’ς έπεσε, μαργαριτάρ’ να πιάσει…

Η ανάπτυξη της καποτεχνίας και της καποραπτικής, δημιούργησαν φημισμένους ραφτάδες, στα Μεγάλα Βραγγιανά, το Ραπτόπουλο, το Τροβάτο, την Πρασιά, τη Μυρίκη, το Κρίκελλο, τη Δομνίστα, την Άμπλιανη. Έραβαν όχι μόνο τσοπάνικες κι αγωγιάτικες κάπες και φορεσιές, αλλά και "επίσημες" με στρίμματα και κεντίδια, για τους προύχοντες και τους μεγαλοτσελιγκάδες, νυφιάτικες και γαμπριάτικες, κοντοσέγγουνα, τσουράπια και κάλτες, τσακτσίρες, γελέκια, ποτούρια και άλλα είδη ενδυμάτων. Οι καποράπτες το καλοκαίρι απασχολούνταν εντατικά στα τσελιγκάτα, ενώ το φθινόπωρο περιόδευαν οργανωμένοι σε συντεχνιακές συντροφιές, έχοντας το δικό τους αυτόνομο συντεχνιακό δίκαιο και τη δική τους συνθηματική γλώσσα.
Σήμερα η κτηνοτροφία και τα παραγόμενα απ' αυτήν προϊόντα παρουσιάζουν σημαντική μείωση, ως επακόλουθο της μείωσης και γήρανσης του πληθυσμού της περιοχής μας.
 

bullet

Μεταξοβιοτεχνία - Σηροτροφία: Σημείωσε αξιόλογη ανάπτυξη και οι κάτοικοι ορισμένων κοινοτήτων (Κεράσοβο, Μαραθιά, Καλεσμένο, Βίνιανη,  Ανατ. και Δυτ. Φραγκίστα, Μαραθιά, Βίνιανη, Καλεσμένο, Στένωμα, Φουρνά, Ρεντίνα, Γοριανάδες, Κορυσχάδες, Νόστιμο, Βουτύρο, Κλαψί, Μικρό και Μεγάλο Χωριό), ασχολούνται συστηματικά με την καλλιέργεια των μεταξόσπορων. Το 1804 η ετήσια εξαγωγή μεταξόσπορου από την περιοχή ανέρχεται σε 4000 οκάδες. Μέχρι το 1880 η Ευρυτανία "εθεωρείτο η κατεξοχήν σηροτρόφος επαρχία της Ελλάδος. Άπασαι δε αι λοιπαί επαρχίαι, επρομηθεύοντο τον σπόρον" απ’ αυτήν. (Ευνοϊκοί παράγοντες για την ανάπτυξη της μεταξοβιοτεχνίας υπήρξαν οι κλιματολογικές συνθήκες, αλλά και τα σπίτια των Ευρυτάνων που "κατά το πλείστον είναι αρκετά ευρύχωροι, ευάεροι και καλώς εκτισμέναι, ώστε να δύνανται να φιλοξενώσι τον μεταξοσκώληκα συμφώνως προς τας υγιεινάς αυτού απαιτήσεις".
 

bullet

Μελισσοκομία: Το χωριό του Ευρυτάνα ήταν ένα σύνολο νοικοκυριών σε τόπο προσήλιο, απάνεμο, και πανοραμικό. Θάλεγε κανείς ότι μικρογραφία της κοινωνίας του ήταν η κοινωνία των μελισσιών του, στο "μελισσομάντρι". To "μελισσομάντρι" ήταν τόπος εύυδρος, σύδενδρος και προσήλιος, όπου ο μελισσοκόμος εγκαθιστούσε τα "κρινιά". Το νοικοκυριό ήταν η κυψέλη της ευρυτανικής κοινωνίας. Ήταν ένα μελίσσι βουερό κι αυστηρά οργανωμένο εργατικό και προκομμένο. Ο νοικοκύρης, που "τρυγούσε" κι αυτός σαν τη μέλισσα από τη φύση τ' αγαθά του ήταν ένας καλός μελισσοκόμος. 
Το μέλι ήταν το υποκατάστατο της σχεδόν άγνωστης ζάχαρης στα ευρυτανικά χωριά, ήταν φάρμακο και μια γλυκιά γεύση στην πικρή ζωή του βουνίσιου. Μαζί με το κερί ήταν το πιο περιζήτητο εμπόρευμα από τα προϊόντα του. Η μελισσοκομία του προσπόριζε λίγα χρήματα, που όμως ήταν πολύ δυσεύρετα εκείνο τον καιρό. Επίσης ο Ευρυτάνας δίνοντας τον αγώνα της επιβίωσης αξιοποιούσε τα πάντα. Ήταν μαχητής, δουλευτής και κυνηγός της πανίδας και της χλωρίδας, της ζωής και της αγάπης. Ήταν δεινός κυνηγός των μελιρρύτων θησαυρών των αγριομελισσιών.

Στη χώρα μας ο εκσυγχρονισμός της μελισσοκομίας με τη χρησιμοποίηση της "ευρωπαϊκής κυψέλης" καθυστέρησε αρκετά. Από το 1856 στην Αμερική εφαρμόστηκε στις κυψέλες το σύστημα των κινητών πλαισίων και των τεχνητών κηρυθρών, οι οποίες, αφού τελειοποιήθηκαν, έγιναν όμοιες με τις λεγόμενες σήμερα "ευρωπαϊκές κυψέλες". Αυτές επιτρέπουν στο μελισσοκόμο οποιαδήποτε παρέμφαση στην ζωή του μελισσιού και την νομή των προϊόντων του χωρίς καμιά καταστροφή. Έτσι ο αρχέγονος μελισσοκόμος έγινε σιγά-σιγά επιστήμονας στο είδος του. Στην Ελλάδα άρχισαν να διαδίδονται οι "ευρωπαϊκές κυψέλες" το 1906. Σήμερα στη χώρα μας εκτρέφονται περίπου 1.380.000 μελισσοσμήνη εγκατεστημένα σχεδόν στο σύνολό τους σε ευρωπαϊκές κυψέλες. Με τον κλάδο αυτό ασχολούνται περίπου 23.000 μελισσοκόμοι από τους οποίους οι 3.000 περίπου είναι επαγγελματίες. Από τους 23.000 μελισσοκόμους το μεγαλύτερο μέρος ασκούν νομαδική μελισσοκομία και μόνο ένα πολύ μικρό μέρος κυρίως στη νησιωτική Ελλάδα, στατική. (Στην Ευρυτανία σήμερα καταγράφονται 230 μελισσοκόμοι με περίπου 7600 κυψέλες).
Μεγάλη σημασία για την επιτυχία μιας μελισσοκομικής επιχείρησης έχει η περιοχή όπου είναι εγκατεστημένη. Ιδανική θεωρείται η περιοχή με άφθονη και συνεχή ανθοφορία την άνοιξη, ώστε να αναπτυχθεί κανονικά ο γόνος, άφθονη ανθοφορία το καλοκαίρι εκλεκτών μελισσοκομικών φυτών, ώστε να εξασφαλιστεί πλούσια σοδειά άριστου μελιού και καλή ανθοφορία το φθινόπωρο, ώστε να ανανεωθεί ο πληθυσμός των σμηνών και να αποταμιευθεί αρκετή τροφή για τους χειμερινούς μήνες. Η περιοχή που μπορεί να δώσει πλούσια παραγωγή σε μέλι, πρέπει να είναι τόπος πλούσιος σε αυτοφυή φυτά, όπως θυμάρι, έλατο, φασκόμηλο, βάτο, τσάι, μέντα, λεβάντα, ρίγανη, ρείκι ανοιξιάτικο και φθινοπωρινό (τσάρο), καστανιά, πεύκο, ακακίες, κουμαριά, ευκάλυπτος και βέβαια τα καλλιεργούμενα εσπεριδοειδή, των οποίων όμως η αξιοποίηση δεν μπορεί να είναι πάντα πλήρης, γιατί την εποχή της ανθοφορίας τους τα μελίσσια δεν είναι αρκετά δυνατά. Στις μέρες μας δεν νοείται επαγγελματική αλλά ακόμα και ερασιτεχνική μελισσοκομία χωρίς αναγκαστικό κυνήγι των ανθοφοριών, δηλαδή χωρίς μεταφορές. Μια συνηθισμένη στρατηγική των μελισσοκόμων είναι η φυσική ανάμιξη για την επίτευξη καλύτερης ποιότητας. Έτσι έχουμε μέλι ανάμικτο από δύο διαδοχικές ανθοφορίες, όπως π.χ. θυμάρι-λουλούδι, λουλούδι-πεύκο, πεύκο-ρείκι, καθώς και έλατο-λουλούδι. Εκείνο όμως που έχει σημασία για την αξία του μελιού είναι η αγνότητά του και η μη κακοποίησή του με οποιονδήποτε τρόπο, όποια και αν είναι η προέλευσή του.
 

bullet

Η γεωργία έχει ελάχιστα εδάφη στη διάθεσή της και απλώς χρησιμοποιείται για τα απολύτως αναγκαία. Ορισμένα χωριά παράγουν όχι σε μεγάλες ποσότητες: καλαμπόκι, καρύδια, φασόλια, κάστανα, κηπευτικά, σταφύλια, κρασί, τσίπουρο και "μούρο". Η ανταλλαγή των προϊόντων, αλλά και το κυνήγι με το ψάρεμα, συμπληρώνουν τη διατροφή των κατοίκων.

bullet

Ξυλία που υλοτομήθηκε στην περιοχή της ΦουρνάςΔάση - υλοτομία: Με το ξύλο συνδέεται ολόκληρη η οικονομική και πολιτιστική ιστορία του ανθρώπου, αφού σ’ αυτό στηρίζεται η υλικοτεχνική δομή της κοινωνίας. Τα δάση της Ευρυτανίας παλιότερα, και ιδιαίτερα αυτά των ελάτων, ήταν πιο πολλά και πιο καλά. Ήταν τόσο πυκνά, έλεγαν οι παλιοί, ώστε το φύλλωμά τους εμπόδιζε το χιόνι να φτάσει στο έδαφος. Οι σχέσεις των κατοίκων με το δάσος ήταν οι αλλεπάλληλες εκχερσώσεις για προσωρινή γεωργική καλλιέργεια (ρόγγια), η άτακτη βοσκή και ο κλάρος (κόψιμο κλαδιών), για τη χειμερινή τροφή των ζώων. Ακόμη, οι υλοτομίες περιορίζονταν για τις ατομικές ανάγκες των κατοίκων και της περιοχής.
Η Ευρυτανία αποτελεί σημαντικό τμήμα της δασοεκμετάλλευσης, όπου πολλά ήταν τα ξυλοχώρια που έκαναν εξαγωγή ξυλείας, με δρόμους μεταφοράς τα ποτάμια της.
Κυρίως μετά το 1833 και την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, η υλοτόμηση των δασών πήρε ανεξέλεγκτη ροή, με αποτέλεσμα να καταστραφούν τεράστιες δασωμένες πλαγιές. Τα δένδρα κόβονταν και σύρονταν στις όχθες του Αχελώου ποταμού και μέσω των εκβολών του μεταφέρονταν στα μεγάλα αστικά κέντρα. (Ανάμεσα στις δικαιολογίες των ξυλεμπόρων προς τους κατοίκους της περιοχής ήταν, ότι η ξυλεία θα χρησιμοποιηθεί για ανέγερση εκκλησιών). [Οι πολυάριθμες και χοντρόκορμες βελανιδιές της Βελαώρας, ξυρίζονται κυριολεκτικά, ώστε σήμερα είναι ζήτημα αν μαρτυρείται η ύπαρξή τους. Το ίδιο αργότερα για τα σφεντάμια και γαύρους του Καρπενησιού και τα ρείκια του Απεράντιου].
Στις μέρες μας, τα πράγματα στην Ευρυτανία, όπως και στις άλλες περιοχές της χώρας έχουν πάρει τον δρόμο τους και ένα μέρος των κατοίκων της περιοχής ασχολείται συστηματικά ή εποχιακά με την εκμετάλλευση του δάσους και την υλοτομία, που τους αποδίδει ένα σημαντικό έσοδο. Από τα πιο αξιόλογα δάση, είναι το δημόσιο σύμπλεγμα Φουρνά, (απ' τα πρώτα που συγκροτήθηκε σε πρότυπη δασοπονική μονάδα, περιλαμβάνοντας δέκα δάση των χωριών: Φουρνάς, Αγίου Χαράλαμπους, Αγίας Τριάδας, Πετραλώνων, Βράχος, Δομιανών, Κλειστού, Χόχλιας, Μολόχας και Νεράιδας), καθώς και εκείνο της περιοχής του Κρικέλλου.
Μπορεί τα σύγχρονα μέσα εκμετάλλευσης του δάσους να έχουν εγκατασταθεί κι εδώ, αλλά τριγυρίζοντας στην περιοχή ανακαλύπτει κανείς εικόνες από το παρελθόν. Τα φορτιάρικα ζώα, σέρνουν τους κορμούς των δένδρων, οι κορμοί ποστιάζονται στις άκρες των δρόμων, τα εποχιακά καταλύματα των ξυλοκόπων μέσα στο δάσος στήνονται όπως αιώνες τώρα, απλώς η σιωπή του δάσους που σκορπούσε "μελωδικό τραγούδι", στόμωσε με τον μονότονο ήχο του αλυσοπρίονου, που τα σκεπάζει όλα.

Στοιχεία για τη σημερινή κατάσταση των δασών στην Ευρυτανία, μπορείτε να αντλήσετε από την ιστοσελίδα του Δασαρχείου Καρπενησίου:
www.
dasarxeio.jmc.gr
 

bullet

Συγκοινωνία: Σκαλισμένα κατάραχα πάνω στο γρανίτη, χαράχτηκαν από αιώνες τα χαρακτηριστικά μονοπάτια – μουλαρόδρομοι, που αποτελούσαν ένα όμορφο και αναγκαίο στρατί χρήσιμο ακόμα και σήμερα, για τον τόπο μας. Στα μέσα του 17ου αιώνα κατασκευάζονται στην Ευρυτανία ημιονικοί δρόμοι, που εξυπηρετούν πρωτίστως τις εμπορικές μετακινήσεις των καραβανιών, ενώ εκτελούνται και άλλα τεχνικά έργα, κυρίως γεφύρια σε ποτάμια και χείμαρρους. (Το 1659 χτίστηκε το θρυλικό γεφύρι του Μανώλη πάνω στον Αγραφιώτη. Κοντά στις πηγές της Μαρδάχας, καλυμμένη από τη λίμνη σήμερα, ήταν επίσης η γέφυρα της Τατάρνας. Τέλος, η γέφυρα Κοράκου, που χτίστηκε το 1515, εξυπηρετούσε την επικοινωνία των Δυτικών Αγράφων με την Ήπειρο). Ένας διαμετακομιστικός δρόμος ξεκινούσε από το Καρπενήσι με δυο διακλαδώσεις, μια που έφτανε στα Σάλωνα κι Διάνοιξη δρόμου στο Κρίκελλο (1953)άλλη στη Ναύπακτο. Άλλος δρόμος, ένωνε το Καρπενήσι με τα χωριά της επαρχίας Αγράφων διαμέσου του Κεράσοβου. Πάντως, ο σπουδαιότερος διακομεταμιστικός ημιονικός δρόμος ήταν εκείνος που ξεκινούσε από τη Λαμία (Ζητούνι) και την Υπάτη (Νέα Πάτρα), ακολουθώντας τη γραμμή Ράχες Τυμφρηστού – Καρπενήσι – Φραγκίστες – Τατάρνα. Μετά τη διάβαση του Αγραφιώτη (γέφυρα Μανόλη), η μια διακλάδωση του δρόμου οδηγούσε στην Αιτωλία, το Βάλτο και τον Αμβρακικό κόλπο, ενώ η άλλη διασχίζοντας την Απεραντία, περνούσε τη γέφυρα του Ασπροπόταμου (Κοράκου) και πήγαινε προς την Άρτα και τη βόρια περιοχή των Αγράφων (Αργιθέα). 
Σήραγγα Τυμφρηστού: Κατασκευάστηκε μεταξύ των νομών Φθιώτιδας και Ευρυτανίας, στην προσπάθεια να βελτιωθεί η οδική αρτηρία Λαμίας – Καρπενησίου στις Ράχες Τυμφρηστού. Συνδέεται με το οδικό δίκτυο της περιοχής με μόνιμη σύνδεση από τη δυτική πλευρά (Καρπενήσι) και «προσωρινή» από την ανατολική (Λαμία). Έχει μήκος 1380μ., και από το 1999 που δόθηκε στην κυκλοφορία, έχει συντομεύσει  τουλάχιστον κατά 15 λεπτά, την απόσταση Καρπενησίου – Λαμίας.

           Copyright  ©  2007 evrytan.gr                                                                                        Τελευταία ενημέρωση :     06/05/07